Επίκαιρα Θέματα:

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς θα αποτραπεί το ενδεχόμενο (νέων) διπλών εκλογών

Του Νίκου Αλιβιζάτου*
Παλαιός φίλος τραπεζίτης μού εξηγούσε προ ημερών πως οι λίγες εβδομάδες που μεσολάβησαν ανάμεσα στις εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου 2012 ήταν οι πιο κρίσιμες για τη χώρα. Ο κίνδυνος κατάρρευσης ήταν άμεσος, καθώς κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους αν σημειώνονταν μαζικές αναλήψεις. «Είχαμε οργανώσει ειδικές βάρδιες», μου έλεγε, «για να παρακολουθούν, προπάντων τα βράδια των Κυριακών, μήπως αδειάσει κάποιο ΑΤΜ και διαδοθεί ότι οι τράπεζες δεν έχουν χρήμα». Γι’ αυτό, όπως έκτοτε γράφηκε, εκείνες ακριβώς τις μέρες, στάλθηκαν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες ρευστού, με ειδικές πτήσεις από τη Φρανκφούρτη.

Πολύ φοβούμαι ότι, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αν επαναληφθεί το σενάριο των διπλών εκλογών, θα σημειωθούν παρόμοια φαινόμενα. Γιατί η κρίση δεν έχει βέβαια περάσει, η εμπιστοσύνη δεν έχει αποκατασταθεί και πολλή αβεβαιότητα εξακολουθεί να υπάρχει για τις προοπτικές της οικονομίας. Με εκλογική κυβέρνηση, εξάλλου, υπό την προεδρία κατά πάσα βεβαιότητα ανώτατου δικαστή, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορούν να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

Το ενδεχόμενο αυτό θα είναι καταστροφικό για τη χώρα. Η αποτροπή του είναι στο χέρι του πολιτικού συστήματος. Αρκεί κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση να παραμερίσουν για λίγο το άμεσο κομματικό συμφέρον τους.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, ξεκινώντας από το σενάριο με τις λιγότερες εκπλήξεις.

Αν τα πράγματα εξελιχθούν έως τις γιορτές χωρίς απρόοπτα, θα πρέπει, το αργότερο έως τις 11 Φεβρουαρίου 2015 –δηλαδή «έναν τουλάχιστον μήνα» πριν από τη λήξη της θητείας του κ. Παπούλια, στις 12.3.2015– να ξεκινήσει η διαδικασία για την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Και αν μεν βρεθούν οι 180 ψήφοι, η σημερινή κυβέρνηση θα μπορεί να συνεχίσει το έργο της, θεωρητικά τουλάχιστον, έως τη λήξη της τετραετούς περιόδου της παρούσας Βουλής, τον Ιούνιο του 2016. Αν όχι, αν δηλαδή δεν επιτευχθεί η αναγκαία πλειοψηφία, η Βουλή θα διαλυθεί αυτοδικαίως και, με κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, θα διεξαχθούν εκλογές μέσα στον Μάρτιο του 2015, με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο (αφού είναι εντελώς απίθανο να βρεθούν σήμερα 200 ψήφοι στη Βουλή προκειμένου να ισχύσει ο νέος στις αμέσως επόμενες εκλογές).

Στη νέα Βουλή –παρά το bonus των 50 εδρών– κανένα κόμμα δεν αναμένεται να συγκεντρώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Από τις σφυγμομετρήσεις δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο ούτε για τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε, ακόμη λιγότερο, για τη Νέα Δημοκρατία. Θα συμβεί τότε το εξής παράδοξο: το πρώτο σε δύναμη κόμμα, με 120-130 βουλευτές, θα μπορεί (ελέω bonus) να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας από μόνο του, όχι όμως και πρωθυπουργό (αν δεν συνεργασθεί με άλλο κόμμα). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ούτε η διαδικασία των διερευνητικών εντολών ούτε η σύσκεψη των αρχηγών αναμένεται να δώσουν βιώσιμη κυβερνητική λύση. Απεναντίας, μετά το προηγούμενο του 2012, το πιθανότερο είναι να διορισθεί εκλογική κυβέρνηση υπό την προεδρία ενός εκ των προέδρων του ΣτΕ, του Α.Π. ή και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και η χώρα θα προχωρήσει σε νέες εκλογές μέσα στον Απρίλιο του 2015.

Ανεξάρτητα από το αν οι εκλογές αυτές θα δώσουν ή όχι στο πρώτο κόμμα αυτοδύναμη πλειοψηφία (κάτι που σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από το αν η παρούσα Βουλή θα καταργήσει ή όχι το bonus των 50 βουλευτών μέσα στις αμέσως προσεχείς εβδομάδες), το ενδεχόμενο αυτό πρέπει να αποτραπεί. Διότι, υπό τις σημερινές περιστάσεις, το δίμηνο που θα μεσολαβήσει από τις πρώτες εκλογές, στις αρχές Μαρτίου 2015, έως τις δεύτερες, στα τέλη Απριλίου 2015 (το Πάσχα πέφτει του χρόνου στις 12.4) είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να εκτεθεί η χώρα χωρίς συνέπειες στους κινδύνους που εγκυμονεί μια τόσο μακρά αστάθεια, με αβέβαιες μάλιστα προοπτικές ως προς το τελικό (;) εκλογικό αποτέλεσμα.

Εναν τρόπο για να αποφευχθεί το καταστροφικό αυτό σενάριο υπέδειξε στην «Κ» πριν από μερικές εβδομάδες ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης («Συμφωνία για Πρόεδρο και εκλογές», 7.9.2014): να αποσυνδεθεί η εκλογή του Προέδρου από τις βουλευτικές εκλογές. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μπορεί να επιτευχθεί εάν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση συμφωνήσουν στο πρόσωπο του νέου Προέδρου (κάτι ούτως ή άλλως εξαιρετικά σημαντικό αυτό καθ’ εαυτό και όχι μόνο για συμβολικούς λόγους) και δεσμευθούν ταυτόχρονα ότι οι εκλογές θα γίνουν σε καθορισμένη από τώρα ημερομηνία. (Ο κ. Χρυσοχοΐδης πρότεινε το αργότερο έως τον Δεκέμβριο του 2015.)

Εύλογα βέβαια κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα συμφωνούσε ποτέ σε μια τέτοια λύση αφού, εδώ και μήνες, διακηρύσσει ότι η σημερινή κυβέρνηση οδηγεί τη χώρα στην καταστροφή και ότι οι εκλογές θα έπρεπε να γίνουν το ταχύτερο («χθες»!, κατά την αποστροφή του κ. Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη). Γιατί, θα ρωτούσε ο ίδιος δύσπιστος σχολιαστής, να μην αντιστραφεί η σειρά των εκλογών, ώστε να προηγηθούν οι βουλευτικές, π.χ. τον Νοέμβριο φέτος, και να διεξαχθούν εν συνεχεία οι προεδρικές, π.χ. τον Φεβρουάριο του 2015, με αμοιβαία δέσμευση κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι θα υποστηρίξουν τον υποψήφιο που θα υποδείξει ο νικητής των εκλογών;

Η απάντηση είναι ότι, αν γίνουν εκλογές τώρα, το πιθανότερο είναι ότι το πρώτο κόμμα δεν θα έχει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Και ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, θα προχωρήσουμε σε δεύτερες εκλογές, ακόμη όμως πιο αποσταθεροποιητικές και αβέβαιες, αφού θα υπάρχει και η προεδρική εκκρεμότητα. Επομένως, με το σενάριο αυτό δεν θα αποφευχθούν οι διπλές, ούτε όμως και οι τριπλές εκλογές σε ένα σενάριο καθαρής τρέλας.

Απεναντίας, αν ακολουθηθεί η «λύση Χρυσοχοΐδη», το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να αποκλεισθεί. Γιατί, αν οι εκλογές συμφωνηθεί να γίνουν τον Ιούνιο π.χ. του 2015, οι πιθανότητες να αποφευχθούν οι διπλές εκλογές αυξάνονται. Διότι τα κόμματα, χωρίς να έχουν μπροστά τους την εκκρεμότητα της προεδρικής εκλογής, θα προσπαθήσουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε κάθε άλλη περίπτωση να βρουν εταίρους και να συνεργασθούν μαζί τους για τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης. Επιπλέον, θα έχουν εκλέξει Πρόεδρο γενικότερης αποδοχής. Πάνω απ’ όλα, τέλος, θα έχουν τη μοναδική ευκαιρία να δείξουν ότι δεν είναι διατεθειμένα να οδηγήσουν χωρίς λόγο τη χώρα σε μια καταστροφική περιπέτεια.
* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας εμπιστευόμαστε για την ευπρέπεια των σχολίων σας. Δεν υιοθετούμε τις απόψεις των σχολιαστών καθώς αυτές εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή.

Το Προφίλ μας