Επίκαιρα Θέματα:

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΟΜΙΛΙΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ Στην παρουσίαση της μελέτης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας Jean Monnet: «Η Έξοδος από την Κρίση: Εφαρμόσιμες Εναλλακτικές Προτάσεις»

Κυρίες και κύριοι,
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την τιμητική πρόσκληση που μου δίνει την ευκαιρία να σχολιάσω θέσεις αλλά και προτάσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη "Η Έξοδος από την Κρίση: Εφαρμόσιμες Εναλλακτικές Προτάσεις" και να συγχαρώ τους συντάκτες της μελέτης.
Στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται -και η παρούσα μελέτη συνεισφέρει σε αυτή- διατυπώνονται διαφορετικές απόψεις τόσο για τα αίτια  της μακροβιότερης και βαθύτερης ύφεσης που γνώρισε η χώρα όσο και για τις αναγκαίες πολιτικές που θα επιτρέψουν την χώρα να επανέλθει σε διατηρήσιμους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Το αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας δεν προέκυψε από την δημοσιονομική προσαρμογή όπως υποστηρίζεται από πολλούς.
Η ύφεση  εκδηλώθηκε το 2008 και αντίθετα από τις θεωρητικές προβλέψεις βάθυνε περισσότερο το 2009 παρά την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική του 2009. Η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή της τετραετίας 2010-2013 σίγουρα βάθυνε την ύφεση και επιμήκυνε τη διάρκεια της.
Υποστηρίζω ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν και παραμένει κατά βάση διαρθρωτικό, πρόβλημα παραγωγικού προτύπου.
Η ελληνική οικονομία δεν κατάφερε να ανταποκριθεί με επιτυχία στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης αλλά και της συμμετοχής στην ΟΝΕ και να προστατέψει θέσεις εργασίας και εισοδήματα.
Από την ημέρα ένταξης στην ΟΝΕ, η ελληνική οικονομία άρχισε να χάνει χρόνο με τον χρόνο έδαφος σε όρους ανταγωνιστικότητας.
Αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος αλλά και των οικονομικών παραγόντων να κατανοήσουν τους νέους όρους του παιχνιδιού.
Έτσι η οικονομία απόκτησε ένα διογκωμένο μη παραγωγικό και μη ανταγωνιστικό τμήμα στον οποίο μεταφέρθηκαν ανθρώπινοι και υλικοί πόροι από το τμήμα της οικονομίας που ήταν εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό, το οποίο σταδιακά αποδυναμώθηκε σε σημαντικό βαθμό.
Η εικόνα αυτή αποτυπωνόταν καθαρά στην πορεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το οποίο από την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ διευρύνονταν συνεχώς μέχρι που έφτασε στο πρωτοφανές μέγεθος του 15% το 2008.
Αυτός ήταν ένας πρόδρομος δείκτης της επερχόμενης βαθιάς ύφεσης και ανεργίας.
Θα περίμενε κάποιος ότι οι εξελίξεις αυτές θα προκαλούσαν εύλογη ανησυχία στα οικονομικά επιτελεία της περιόδου από το 2001 μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης.
Αυτό όμως δεν συνέβη. 
Η Ελλάδα παρά την διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος συνέχιζε -είναι και αυτό μια πρόσθετη ένδειξη της ατέλειας των αγορών- να έχει πρόσβαση στις αγορές με πολύ μικρό κόστος.
Έτσι, το ζήτημα λήψης διαρθρωτικών και όχι συγκυριακών μέτρων για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών του δίδυμου ελλείμματος δεν απασχολούσε έντονα τους αρμόδιους πέρα από όσο χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις Ευρωπαϊκές παρατηρήσεις, ούτε ήταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.  
Εξίσου αδύνατοι αποδείχτηκαν και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολούθησης να διαμορφώσουν συνθήκες έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Όταν λοιπόν έχουν αστοχήσει υπερεθνικοί μηχανισμοί εποπτείας και πρόληψης θεωρώ ότι οι  προτάσεις που περιλαμβάνονται στην τελευταία ενότητα της μελέτης για την αναμόρφωση στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος δύσκολα θα προλάμβαναν το πρόβλημα η θα διασφάλιζαν αποτελεσματικότερο χειρισμό.
Τελικά, με το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, οι αγορές άρχισαν να αποτιμούν τους κινδύνους των χωρών πολύ πιο αυστηρά με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αποκοπεί από τις αγορές.
Έτσι ζήτησε την στήριξη των εταίρων της και υποχρεώθηκε να προχωρήσει στις προσαρμογές που συνοδεύουν το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής που έχει συνυπογράψει.
Να εκφράσω τις αντιρρήσεις μου για την ανάγνωση της κατάστασης που επικρατούσε πριν τις εκλογές του 2009 και τις πρόνοιες που υποτίθεται ότι έλαβε η τότε Κυβέρνηση. Ούτε τα μέτρα που προτάθηκαν ήταν αρκετά ούτε τα στατιστικά στοιχεία επαρκή.
Το πρόβλημα της Ελλάδας έγινε ακόμη πιο έντονο εξαιτίας των ατελειών που υπήρχαν στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωζώνης.
Εκτιμώ ότι η ένταση και η έκταση της ύφεσης στην Ελλάδα θα ήταν διαφορετική αν:
1)        H Ευρωζώνη είχε έτοιμους μηχανισμούς στήριξης,
2)        Δεν λειτουργούσε τιμωρητικά -αυτό υποδηλώνουν τα αρχικά επιτόκια δανεισμού- μέσω της βοήθειας που καθυστερημένα προσέφερε στην Ελλάδα και
3)        Προσέφερε μεγαλύτερη χρηματική βοήθεια ώστε να γίνει πιο αργή η δημοσιονομική προσαρμογή. Μια βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή που ξεκινά σε συνθήκες ύφεσης έχει σύμφωνα με την εμπειρία μικρότερες πιθανότητες να πετύχει χωρίς να ενταθούν τα υφεσιακά χαρακτηριστικά της προσαρμογής. Να τονίσω ότι η πολιτική απόφαση των εταίρων να μην ξεπεράσει η αρχική χρηματική βοήθεια τα 110 δις ευρώ επηρέασε καθοριστικά τις υποθέσεις για το πρόβλημα αλλά και τις προτάσεις πολιτικής που ενσωματώνονταν στο πρώτο μνημόνιο
Εξίσου αρνητικά για την οικονομία αφού αύξησε την αβεβαιότητα και το κόστος προσαρμογής λειτούργησε και η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης αλλά και η σκληρή αντιπαράθεση από την αξιωματική αντιπολίτευση στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής.
Η στάση αυτή υπαγορεύτηκε από μικροκομματικούς υπολογισμούς όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων αφού πλέον η ΝΔ έχει αποδεχτεί πλήρως την αναγκαιότητα των προσαρμογών και συνεχίζει απρόσκοπτα την πολιτική αυτή στο πλαίσιο της τρικομματικής κυβέρνησης.
Υπάρχουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το τι θα μπορούσε να γίνει εναλλακτικά.
Ερωτήματα που σε ορισμένες περιπτώσεις – όπως για παράδειγμα το αν η προσαρμογή θα ήταν πιο ομαλή με εθνικό νόμισμα - μας πάνε ουσιαστικά πίσω στη δεκαετία του 1990.
Την άποψη αυτή  στηρίζουν οικονομολόγοι αλλά και κόμματα της αντιπολίτευσης και διερευνάται στη μελέτη ως προς το τι θα σήμαινε για τη χώρα
Πίσω από αυτές τις προτάσεις υποκρύπτεται η παραδοχή ότι η Ελλάδα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της θεωρίας των άριστων νομισματικών περιοχών ώστε να συμμετάσχει στην ΟΝΕ.
Η εμπειρία από μια απόπειρα εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα αποδειχθεί καταστροφική για την χώρα και τους πολίτες της.
Αυτό προκύπτει από την διεθνή εμπειρία αλλά και από  μελέτες που επιχείρησαν να αποτιμήσουν τις συνέπειες της εξόδου.
Τις τρομακτικές δυσκολίες των πρώτων χρόνων αμέσως μετά την έξοδο τις αποδέχονται και οι οικονομολόγοι που προτείνουν την έξοδο.  
Επομένως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί η Ελληνική οικονομία να οδηγηθεί σε ένα μονοπάτι σταθερής και διατηρήσιμης ανάπτυξης που θα της επιτρέψει να ενταχθεί στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας αποτελεσματικά.
Αν η απάντηση είναι θετική και προσωπικά υποστηρίζω ότι είναι, τότε  οφείλουμε να αναζητήσουμε τις προϋποθέσεις που θα μας οδηγήσουν σε αυτή την ανάπτυξη.
Αυτές οι προϋποθέσεις εκ των πραγμάτων πρέπει να αποτελέσουν αναπόσπαστο τμήμα του Εθνικού Σχεδίου για την Ανασυγκρότηση της Οικονομίας, για να προσδιοριστεί η πορεία της χώρας μετά το πέρας του προγράμματος οικονομικής πολιτικής.      
Θα σκιαγραφήσω μερικές από αυτές αντλώντας από τη θεματολογία της μελέτης.
1) Η Ελλάδα πρέπει να πετύχει την περαιτέρω μείωση του δημοσίου χρέους της.
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τη δημοσιονομική προσαρμογή αν και με αργότερους ρυθμούς καθώς αυτό αποτελεί προϋπόθεση για τους εταίρους για περαιτέρω μείωση του χρέους.
Παρά την μείωση του το δημόσιο χρέος δεν θεωρείται ακόμα από τις αγορές ως εξυπηρετήσιμο. Ένα σχόλιο για την παρατήρηση του κ. Καζάκου για το πότε έπρεπε να γίνει η αναδιάρθρωση του χρέους: η μείωση του χρέους το 2012 ήταν εθελοντική και ως προς αυτό διαφέρει από άλλες αντίστοιχες μειώσεις σε άλλες χώρες. Τον Μάιο του 2010 δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για μια εθελοντική μείωση και το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας ήταν 24 δις ευρώ. Επιπρόσθετα η πρόταση για αναδιάρθρωση του χρέους δεν ήταν αποδεκτή από ευρωπαϊκούς θεσμούς της Ε.Ε. όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή ακόμη και από ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες. Οι απόψεις αυτές είναι γνωστές και έχουν δημοσιοποιηθεί από οικονομολόγους που έχουν παρακολουθήσει από πολύ κοντά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις όπως για παράδειγμα ο Jean Pisani Ferry στο βιβλίο του «Η Αφύπνιση των Δαιμόνων». Υπενθυμίζω επίσης το καταλυτικό ρόλο που έπαιξε στη συζήτηση για την αναδιάρθρωση, η απόφαση της Ντoβιλ τον Οκτώβριο του 2010.

2. Η χώρα πρέπει να μειώσει το διογκωμένο μη παραγωγικό τμήμα και να ενισχύσει το ανταγωνιστικό και εξωστρεφές.
Η διαδικασία αυτή δεν είναι μηχανική ούτε γίνεται αυτόματα.
Περνάει μέσα από τη θέσπιση κινήτρων και αντικινήτρων  που επιβάλλουν και καθορίζουν συμπεριφορές και επιλογές.
Επομένως, προτάσεις που περιγράφονται στη μελέτη και αφορούν το νέο φορολογικό πλαίσιο, ο σχεδιασμός για την αξιοποίηση των πόρων του  νέου κοινοτικού πλαισίου, το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων, οι μηχανισμοί προσέλκυσης εγχώριων και ξένων επενδύσεων, η απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, η βελτίωση της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, η επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης αλλά και η αναδιάταξη του τραπεζικού τοπίου θα πρέπει να υπηρετούν αυτό το γενικό στόχο.
Δυστυχώς η χώρα αλλάζει πολύ τακτικά φορολογικό σύστημα αλλά και πολιτική φιλοσοφία.
Πιστεύω ότι έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία η σταθερότητα και η διαφάνεια του φορολογικού πλαισίου παρά το μείγμα και το ύψος των φορολογικών συντελεστών.
Διαφωνώ με τις προτάσεις για χαμηλούς και επίπεδους φορολογικούς συντελεστές - όπως επίσης και με υπερβολικά υψηλούς που υπηρετούν μια λανθασμένη αντίληψη να τιμωρηθεί η  επιχειρηματικότητα. 
Η επιστροφή σε διατηρήσιμους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης απαιτεί σημαντικές επενδύσεις καθώς η χώρα από το 2007 από-επενδύει.
Το ερώτημα είναι από πού θα προκύψουν τα όποια ποσά απαιτούνται, για να γίνουν οι αναγκαίες επενδύσεις. 
Το κράτος δεν θα έχει το πρώτο διάστημα την δυνατότητα να διαθέσει σημαντικά κεφάλαια για επενδύσεις επομένως θα πρέπει να προέλθουν κυρίως από ιδιώτες επενδυτές.
Πρέπει λοιπόν να δούμε αν και πως οι αποκρατικοποιήσεις ή τα κίνητρα για την προσέλκυση των επενδύσεων μπορούν και με ποιές προϋποθέσεις να συμβάλλουν προς την κατεύθυνση αυτή.
Καταλυτικό ρόλο για την ανασύνταξη της οικονομίας θα διαδραματίσει το υπό διαμόρφωση τραπεζικό σύστημα. 
Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα οδηγήσει σε επαρκώς κεφαλαιοποιημένα Πιστωτικά Ιδρύματα. 
Η μεγάλη πρόκληση στις νέες συνθήκες είναι η επίτευξη των αντικρουόμενων φαινομενικά στόχων: όπως η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος, μέσω συντηρητικών χρηματοδοτήσεων και αυξημένων προβλέψεων επισφαλειών, με την ανάγκη χρηματοδότησης νέων ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων της οικονομίας. 
Θα στραφούν για παράδειγμα οι τράπεζες στην χρηματοδότηση των ανταγωνιστικών τομέων της οικονομίας -αν συμφωνήσουμε ότι οι τομείς που περιγράφει η μελέτη όπως η γεωργία, η ναυτιλία, ο τουρισμός, οι ΑΠΕ συγκεντρώνουν αυτά τα χαρακτηριστικά- και όχι των μη ανταγωνιστικών;
Πως θα απεγκλωβιστούν οι τράπεζες από σχέσεις του παρελθόντος που αποτελούν σημαντικό τμήμα του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους;
Η θεσμοθέτηση του λεγόμενου bail-in εκτιμώ ότι μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του τραπεζικού συστήματος των χωρών του νότου και σε χαμηλότερες αποταμιεύσεις και κατ' επέκταση επενδύσεις και ανάπτυξη.
Σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε πραγματική απόκλιση βορρά-νότου. Δεν έχει διατυπωθεί  ακόμη πρόταση για την αντιμετώπιση των συνεπειών από την πρωτοβουλία της Ε.Ε.

3. Διαρθρωτικές αλλαγές
Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες αλλά δεν οδηγούν από μόνες τους στην έξοδο από την ύφεση.
Η ελληνική οικονομία πρέπει να προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές  γιατί διευκολύνουν τον μετασχηματισμό της  οικονομίας και ενισχύουν την ευελιξία της.
Ξέρουμε ότι σε χώρες που εφαρμόζονται προγράμματα  δημοσιονομικής προσαρμογής, η καθοδική δυσκαμψία των τιμών και των μισθών, έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας.
Στη χώρα μας παρατηρείται μεγάλη καθοδική δυσκαμψία στις τιμές. 
Το ερώτημα είναι γιατί τελικά δεν καταφέραμε να πετύχουμε εκείνη την απαιτούμενη μείωση των τιμών, που θα επέτρεπε να μειωθεί το κόστος σε όρους απασχόλησης και εισοδημάτων;
Εδώ χρειάζονται περισσότερες πρωτοβουλίες και από την επιστημονική κοινότητα - η μελέτη σκιαγραφεί κάποιους από τους παράγοντες- αλλά και από τις κυβερνήσεις για να υιοθετηθούν προτάσεις πολιτικής που θα βοηθήσουν να ξεπεραστεί η καθοδική δυσκαμψία των τιμών.

4. Ταχεία μείωση της ανεργίας
Η χώρα προχώρησε σε πολλές και ουσιαστικές μεταβολές στην αγορά εργασίας για να ενισχύσει τις δυνατότητες δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. 
Εδώ βέβαια ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Γιατί, παρά την μεγάλη μείωση μισθών έως σήμερα η ανεργία συνεχίζει να αυξάνεται;
Θεωρώ καθοριστικό ζήτημα την μείωση της ανεργίας γιατί αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και μετατραπεί σε μακροχρόνια τότε θα προκαλέσει την οικονομική απαξίωση και τη φυσική καταστροφή του πιο σημαντικού παραγωγικού συντελεστή της οικονομίας, τους ανθρώπινου δυναμικού της.

5. Αλλαγές στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος
Κλείνω με μια ιδιαίτερη αναφορά στις προτάσεις που περιλαμβάνει η μελέτη για την αναμόρφωση στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Αντιμετωπίζω πάντοτε με σκεπτικισμό απόψεις που απορρέουν από μια αντίληψη ότι το πολιτικό σύστημα είναι μια εξωγενής μεταβλητή.
Έχοντας αυτή την θέση πιστεύω ότι τα προβλήματα που σχετίζονται με την λειτουργία του πολιτικού συστήματος της χώρας δεν μπορούν να ξεπεραστούν με την υιοθέτηση της πρότασης για Προεδρική Δημοκρατία που προϋποθέτει ιστορικές εμπειρίες που δεν διαθέτει η χώρα.
Ας επιχειρήσει κάποιος να φανταστεί αν θα λειτουργούσε καλύτερα –όπως υπονοεί η μελέτη -το πολιτικό σύστημα της χώρας αν είχαμε Προεδρική Δημοκρατία με Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον κ. Σαμαρά και Πρωθυπουργό τον Πρόεδρο της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ κ. Τσίπρα ο οποίος θα στηρίζονταν από περισσότερα του ενός κόμματα –αφήνω τη δική σας φαντασία να τα προσδιορίσει.
Θεωρώ ότι η μεταβίβαση ορισμένων αρμοδιοτήτων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όπως για παράδειγμα του ορισμού της ηγεσίας της Δικαιοσύνης η των Ανεξάρτητων αρχών μπορεί να εξισορροπήσει τις υπερεξουσίες  του Πρωθυπουργοκεντρικού μας συστήματος.
Επίσης να προβλεφθεί ότι σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της βουλής η νέα βουλή θα συμπληρώσει το υπόλοιπο της συνταγματικής θητείας αυτής που διαλύθηκε. Έτσι, θα αφαιρεθούν τα κίνητρα από τον Πρωθυπουργό να διαλύει πρόωρα την βουλή για να κερδίσει μια νέα τετραετία.
Είμαι υπέρ της άποψης να θεσπιστεί η υποχρέωση να παραιτούνται οι βουλευτές από την έδρα τους όταν αναλαμβάνουν υπουργικό αξίωμα.
Η χώρα πρέπει να θεσπίσει περισσότερες θέσεις γενικών γραμματέων που θα έχουν ανεξαρτησία από την κυβέρνηση – τώρα έχουμε μόνο τον Γενικό Γραμματέα φορολογικών εσόδων- αλλά να προνοήσουμε για την ενίσχυση της λογοδοσίας τους στη Βουλή.
Συμφωνώ με την πρόταση για μείωση των βουλευτών σε 200. Είμαι όμως επιφυλακτικός στην  κατάργηση του σταυρού γιατί προϋποθέτει  δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων κάτι που παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει υπό το πρίσμα των νέων εξελίξεων στο πολιτικό σύστημα της χώρας να επανεξεταστεί το Σύνταγμα ως προς τις διατάξεις που προϋποθέτουν ένα διπολικό πολιτικό σύστημα και δυσκολεύουν την λειτουργία μιας πολυκομματικής κυβέρνησης όπως η σημερινή.           
Πρέπει να αναθεωρηθούν οι διατάξεις που σχετίζονται με την ασυλία των Βουλευτών η την ειδική μεταχείριση των υπουργών.
Σε ότι αφορά το εκλογικό σύστημα είμαι υπέρ της άποψης να υπάρξει μια πρόνοια ώστε το μπόνους των 50 εδρών που μην πηγαίνει στο πρώτο κόμμα αλλά στα κόμματα που θα δεσμευτούν ότι θα στηρίξουν μια πολυκομματική κυβέρνηση.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος μας δίνει την ευκαιρία να απαντήσουμε στους προβληματισμούς της κοινωνίας για το πολιτικό σύστημα.
Ας μου επιτραπεί όμως να χαρακτηρίσω ανιστόρητη τη φράση που υπάρχει στη μελέτη: «Μόνη πηγή (συγκρατημένης αισιοδοξίας είναι ότι η οικονομική κρίση και η αυξανόμενη τάση απαξίωσης του πολιτικού συστήματος θα λειτουργήσουν ως καταλύτες για την ανανέωση του».
Εκτός αν, η άνοδος της ισχύος κομμάτων όπως, η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, ή των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία συνιστά – κατά τους συντάκτες της μελέτης – επιθυμητή πολιτική ανανέωση.

Επίλογος
Η Ελλάδα με μεγάλο κόστος ανέλαβε από το 2010 να δρομολογήσει τις αναγκαίες αλλαγές που είχαν καθυστερήσει για δεκαετίες, για να διασφαλίσει την παραμονή της στο ευρώ αλλά και την έξοδο της από την κρίση. Από την έναρξη της προσπάθειας μέχρι σήμερα πέτυχε σημαντικές προσαρμογές στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής βελτιώνοντάς το. Απαντώ στην άποψη ότι η χώρα δεν διαπραγματεύονταν αποτελεσματικά και αποδέχτηκε τις απόψεις των εταίρων χωρίς να τις αλλάξει. Το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής δεν είναι στατικό αλλά δυναμικό. Η εμπειρία που συσσωρεύονταν από την εφαρμογή του αλλά και οι σημαντικές μειώσεις του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2010 και  το 2011 καθώς και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας επέτρεψαν στην Κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου να βελτιώσει το δεύτερο πρόγραμμα Οικονομικής πολιτικής σε σημαντικό βαθμό.
Έχουμε δρόμο ακόμη μέχρι η Ελλάδα και η Ευρώπη να ξεπεράσουν αυτή την κρίση. Οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης πρέπει να κατανοήσουν ότι η ευρωζώνη ως έχει δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί.
Μόνη διέξοδος το βήμα προς τα εμπρός. Προς την περαιτέρω οικονομική και πολιτική ενοποίηση.
Αυτό μπορεί να συνεπάγεται υποχωρήσεις σε εθνικό επίπεδο κυρίως στην δημοσιονομική πολιτική που ίσως καταστήσουν περιττές κάποιες από τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη.
Αυτή η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει στην Ευρώπη.
Δεν μπορεί αποφάσεις τόσο σημαντικές αλλά και αναγκαίες για την μελλοντική πορεία της Ευρώπης αλλά και των μελών της να ληφθούν ερήμην των ευρωπαίων πολιτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας