Επίκαιρα Θέματα:

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Εθνική στρατηγική Αγροτικής Ανάπτυξης – Ανασυγκρότηση της παραγωγής – Όψεις της Αγροτικής Μεταρρύθμισης στην Ελλάδα

Του Ηλία Θεοδωρίδη*
Ο τίτλος αυτής της εισήγησης αποτελεί το ζητούμενο για τη χώρα, εδώ και δεκαετίες.
Στην πραγματικότητα αυτό που έχει συμβεί είναι η υποκατάσταση της αναγκαιότητας αυτής της εθνικής στρατηγικής, από την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στη συνέχεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο «εύκολος» αλλά αντιπαραγωγικός δρόμος της αντικατάστασης της παραγωγής από τις επιδοτήσεις, τις αποσύρσεις, συμπλήρωνε δυστυχώς το καταστροφικό μοντέλο αποσύνδεσης της ανάπτυξης από την παραγωγή, που αφορά στο σύνολο της οικονομίας της χώρας.

Η γενικότερη αποβιομηχάνιση της χώρας, η στροφή στις εισαγωγές για την κάλυψη των αυξανόμενων καταναλωτικών αναγκών της, επεκτάθηκε και στον αγροτικό τομέα με την αποαγροτοποίηση και την μετατροπή και του τελευταίου πλεονασματικού τομέα της οικονομίας σε βαριά ελλειμματικό, προσθέτοντας ένα ακόμα εθνικό παράδοξο: η χώρα να μην μπορεί να καλύψει τη διατροφική της επάρκεια.
Στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, η χώρα έχανε τη μάχη του ανταγωνισμού όχι μόνο, στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας, αλλά παραδόξως και στον πρωτογενή τομέα όπου είχε και έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα κλιματικά και ποιοτικά πλην ενός: του αποδιαρθρωμένου παραγωγικού υποκειμένου.
Έτσι την περίοδο που οι βιομηχανικές χώρες του Βορρά επανέκαμπταν στην γεωργία, η χώρα μας κατέστρεφε αντί να μετεξελίξει τον παραγωγικό και συνεταιριστικό της ιστό.
Το μοντέλο μιας μεταπρατικής διανεμητική παρασιτικής οικονομίας εξαπλώθηκε και στην ελληνική γεωργία ολοκληρώνοντας την παρακμή. Οι ενδογενείς αιτίες της καταστροφής, είχαν κυρίαρχες επιπτώσεις που με σειρά βαρύτητας είναι οι εξής :
  1. Η κρατική πολιτική, έτσι όπως εκφράστηκε από τα κόμματα και τις κυβερνήσεις. Κατέρρευσε παταγωδώς η πλάνη της διατήρησης ενός αγροτικού εισοδήματος ανεξάρτητου από την παραγωγή. Μετέτρεψε τους αγρότες από παραγωγούς και επιχειρηματίες σε εισοδηματίες. Άλλωστε η αίγλη του εισοδηματία, του να  «κάθεσαι και να εισπράττεις» έγινε κυρίαρχη στο νεοέλληνα. Αυτός ο πολιτικά διαδεδομένος τριτοκοσμικός λαϊκισμός, είχε εκφυλιστικές επιδράσεις όχι μόνο ποσοτικές στον αγροτικό τομέα αλλά κυρίως ποιοτικές. Κατρακύλησε η αγροτική παραγωγή και εργασία στην κλίμακα των οικονομικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών της νεοελληνικής κοινωνίας. Απαξιώθηκε η αγροτική εργασία και παραγωγή.
Υπάρχει χάσμα γενεών στην αγροτική παραγωγή, έχουμε ένα γερασμένο αγροτικό πληθυσμό. Εγκαταλείφθηκε ο τομέας από τη νεολαία, αφού απαξιώθηκε εντελώς η ενασχόληση με αυτήν. Οι νέοι που εντάσσονται σ’ αυτή λόγω επαγγελματικών αδιεξόδων περιθωριοποιούνται «τα ορεινά γκέτο των κτηνοτρόφων», τόσο πολύ ώστε να μη μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια. Η ερήμωση της υπαίθρου, με το τεράστιο ρεύμα αστυφιλίας, δημιούργησε τη μόνη χώρα στον κόσμο με το μισό πληθυσμό της συγκεντρωμένο στην πρωτεύουσα.
Οι πολιτικοί μας, πρότειναν ένα μοντέλο επενδύσεων σε γη και οικοδομή, σε τουριστική ανάπτυξη και φυσικά στο κράτος και το χρηματιστήριο. Η αφελής και ταυτόχρονα αλαζονική αυτή προσέγγιση διαμόρφωσε και συντήρησε το λεγόμενο «ελληνικό θαύμα», το νέο ελληνικό κοσμοπολιτισμό, στα όρια του εθνικού μικρόκοσμου της Ελλάδας: Ότι η χώρα μπορεί να διατηρεί την καταναλωτική της ευδαιμονία, ξέχωρα από την παραγωγική της ικανότητα.
Η σημερινή δομική κρίση αυτού του μοντέλου ωθεί προς την αναστροφή και τη διόρθωση  της αστικής υπερσυγκέντρωσης και της οικονομίας του μεταπρατισμού. Η οργάνωση της επιστροφής, η επανακατοίκηση της υπαίθρου, μέσα από την επανένταξη στην παραγωγή μεγάλου μέρους του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ιδιαίτερα των νέων ανέργων, αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.
  1. Η διεφθαρμένη συνεταιριστική γραφειοκρατία: Η χώρα πέρασε από την παραγωγική αυτάρκεια σε φυτική και κυρίως ζωική παραγωγή, σταδιακά κατά τη μεταπολίτευση, στο ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων και στις αθρόες εισαγωγές. Σε μια περίοδο μάλιστα όπου αυξήθηκαν οι αγροτικές ενισχύσεις (πάνω από 100δις ευρώ τα τελευταία 20 χρόνια).
    Πώς εξηγείται μια τέτοια πορεία παρακμής, σε σχέση με αυτό                 που κατάφεραν οι πατεράδες και οι παππούδες μας στις προηγούμενες δεκαετίες;
     Οι συγκρίσεις είναι σε βάρος των νεότερων γενιών σε όλους τους συντελεστές παραγωγής: Τότε η αγροτική δουλειά ήταν περισσότερο επώδυνη ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Τα μηχανήματα παραγωγής πενιχρά, η εκπαίδευση εκείνων των παραγωγών ανύπαρκτη σε σχέση με τη σημερινή και οι ενισχύσεις πολύ μικρότερες. Υπήρχε όμως ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που οικοδόμησαν συστηματικά εκείνες οι γενιές των αγροτών και συνεταιριστών: Η συνεταιριστική ιδέα και η οργάνωση των συνεταιριστικών δομών σε όλα τα στάδια παραγωγής που έφθαναν μέχρι την κατανάλωση. Η μεταποιητική βιομηχανία στα χέρια των συνεταιρισμών συμπεριελάμβανε  τις βιομηχανίες γάλακτος, της κομπόστας , τα εκκοκκιστήρια, την παραγωγή ζωοτροφών και λιπασμάτων, τα σφαγεία, καθώς και την προμήθεια όλων των αγροτικών εφοδίων. Ενώ η ανταλλαγή αγροτικών προϊόντων μεταξύ των συνεταιρισμών είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα.
    Μέσα όμως σε τρεις δεκαετίες σε όλα τα παραπάνω ήρθαν τα πάνω-κάτω. Η μεταπολιτευτική κρατικοδίαιτη διεφθαρμένη συνεταιριστική γραφειοκρατία μέσα στις τρεις τελευταίες δεκαετίες της μεταπολίτευσης, συνεπικουρούμενη από ένα διαπλεκόμενο πολιτικό σύστημα που επικράτησε, απογύμνωσε τους αγρότες και κτηνοτρόφους από όλη αυτή την υποδομή, αφήνοντάς τους έκθετους στο ληστρικό εμπόριο σε ότι αφορά τους τομείς προμήθειας εφοδίων και πώλησης των προϊόντων τους. Εκχώρησε τις υποδομές μεταποίησης στους ιδιώτες-βιομήχανους(πολύ από τους συνεταιριστές έγιναν μέτοχοι ιδιωτικών επιχειρήσεων), ενώ μετέτρεψαν τους αγρότες παραγωγούς σε ανυπεράσπιστους καταναλωτές των ίδιων των προϊόντων τους. Η υπερχρέωση των συνεταιρισμών, ιδιαίτερα των δευτεροβάθμιων Γεωργικών Ενώσεων, η διεκδίκηση ανά δεκαετία κρατικής ρύθμισης των συνεταιριστικών χρεών (όπως τα ποδοσφαιρικά σωματεία), καθώς και το μοντέλο παράνομων συναλλαγών με εμπόρους και βιομήχανους, μετέτρεψε τους συνεταιριστές σε μεσίτες ιδιωτικών συμφερόντων σε βάρος των παραγωγών.
     Η υπόθαλψη και ανοχή ενός «νέφους» διαφθοράς στην κατανομή των ενισχύσεων μεταξύ συνεταιριστών, παραγωγών, κράτους και Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι πολλοί από τους αυτοαποκαλούμενους  μεγαλοσυνεταιριστές  χρησιμοποίησαν το συνεταιριστικό κίνημα ως εφαλτήριο για να καταλάβουν κάποιο από τα έδρανα της Βουλής αφού πρώτα καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη των μέχρι πρωτινός συναδέλφων τους, ολοκλήρωσαν την καταστροφή.
    Συνοψίζοντας: οι επιπτώσεις από την κατάρρευση της  συλλογικής συνεταιριστικής συνείδησης καταγράφονται και στις τρεις διαστάσεις της αγροτικής οικονομίας.
  1. Το κόστος παραγωγής και προμήθειας όλων των εφοδίων επιβαρύνει πλέον τους μεμονωμένους παραγωγούς και τις οικογενειακές επιχειρήσεις αφού η διακίνηση έχει περάσει στο ιδιωτικό εμπόριο.
  2. Απογυμνώθηκαν οι παραγωγοί καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι από την μεταποίηση η οποία πέρασε πλέον στα χέρια της ιδιωτικής βιομηχανίας σε κάθε  τομέα που συμπιέζει τις τιμές παραγωγής εφαρμόζοντας εναρμονισμένες πρακτικές.
  3. Η κατανάλωση στον τομέα των προϊόντων διατροφής ελέγχεται από τις μεγάλες αλυσίδες που διέλυσαν τα τοπικά δίκτυα κατανάλωσης -συνεταιριστικά και ιδιωτικά- μετατρέποντας και τους αγρότες σε καταναλωτές εισαγόμενων προϊόντων διατροφής.
  1. Η ληστρική αγορά: Αποτελεί τον τρίτο καθοριστικό παράγοντα παρακμής του πρωτογενούς τομέα:
     Η Ελλάδα είναι  η μόνη χώρα όπου με τον τρόπο που γίνονται  οι συναλλαγές από το χωράφι στο ράφι οδηγούν στον τριπλασιασμό έως και πενταπλασιασμό της τιμής των προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές. Η υπερτιμολόγηση στην τιμή παραγωγού οδηγεί στο γεγονός αυτό. Το σύστημα που εφαρμόζουν είναι το ακόλουθο: Ο έμπορος να κλέβει τον παραγωγό, το κράτος και τον καταναλωτή ενώ ο παραγωγός να επιβαρύνει το κράτος με την επιστροφή Φ.Π.Α. για τιμή πώλησης που δεν εισέπραξε( εικονική ). Η επιβάρυνση της τιμής από τον έμπορο με έξοδα συντήρησης, συσκευασίας, μεταφοράς κλπ υπερδιπλασιάζει την τιμή καταναλωτή. Η  επιπλέον αύξηση της τιμής από τα super markets ή τον λιανοπωλητή οδηγεί στην τελική υπερδιόγκωση των τιμών. (Ο μεγάλος εκβιασμός των super markets). Έτσι επιτυγχάνεται η συμπίεση τιμών παραγωγού και η υπερδιόγκωση τιμών καταναλωτή η λεγόμενη ψαλίδα μεταξύ τιμών παραγωγού-καταναλωτή που είναι μοναδική ιδιομορφία: ένα από τα εθνικά παράδοξα, μιας πενταετούς τρομακτικής ύφεσης και μιας πρωτοφανούς αντίστασης των τιμών στα είδη βασικής ανάγκης, αποτελεί το γεγονός ότι μόλις φέτος ο πληθωρισμός έπεσε κάτω από τη μονάδα.
Την εικόνα πλήρους ασυδοσίας συμπληρώνουν οι διαδεδομένες πρακτικές αυθαιρεσίας σε ότι αφορά στην εκτίμηση της ποσότητας και ποιότητας του προϊόντος που αγοράζουν και ένα σημαντικό ποσοστό εμπόρων απατεώνων που υφαρπάζουν το προϊόν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, χωρίς καμιά κύρωση από το κράτος.
    Η διαπραγματευτική ικανότητα, η ικανότητα αντιμετώπισης και η αντίσταση απέναντι στο οργανωμένο ληστρικό εμπόριο είναι μηδενική.
Οι εξωγενείς παράγοντες της καταστροφής:
  1. Οι ποσοτικοί και ποιοτικοί περιορισμοί από πλευράς ΚΑΠ που αφορούν στη φυτική και ζωική παραγωγή της χώρας καθιστούν αναγκαία την επαναδιαπραγμάτευση ενόψει της νέας ΚΑΠ.
  2. Η σύνδεση των ενισχύσεων και επιδοτήσεων με  τις στρεμματικές καλλιεργητικές δηλώσεις και όχι με την ποσότητα και ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος.
  3. Η δυσαναλογία μεταξύ ενισχύσεων και επίτευξης αναπτυξιακών στόχων, οι ανεπαρκείς έλεγχοι επίτευξης των χρηματοδοτούμενων στόχων.
  4. Η ανισοκατανομή  των ενισχύσεων μεταξύ πρώτου και δεύτερου πυλώνα 3 προς 1 σε βάρος των αναπτυξιακών επενδύσεων εκσυγχρονισμού, καθετοποίησης και μεγέθυνσης  της παραγωγής. Η χρηματοδότηση από το δεύτερο πυλώνα των μεμονωμένων παραγωγών, συμπίεσε την αποδοτικότητα των δαπανώμενων πόρων και την πραγματοποίηση επενδύσεων μεγέθους που να εξυπηρετούν τις ανάγκες μεταποίησης του όγκου των παραγόμενων προϊόντων ανά τομέα παραγωγής.
  




ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Η ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Για να αλλάξουμε, να διορθώσουμε , να εξυγιάνουμε, να ανατρέψουμε τα αρνητικά δεδομένα και τελικά να ΣΧΕΔΙΑΣΟΥΜΕ την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας πρέπει να γνωρίζουνε όλοι όσοι καλούνται να συμβάλουν στην αγροτική αναγέννηση τα στατιστικά δεδομένα:  τι, πως που και πόσο παράγουμε. Δηλαδή, τα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα της παραγωγής τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο ανά τομέα παραγωγής και ανά προϊόν. Που είμαστε ελλειμματικοί και που πλεονασματικοί. Σε ποια προϊόντα ικανοποιούνται οι εθνικές καταναλωτικές ανάγκες και σε ποια έχουμε δυναμικά εξαγωγικά πλεονάσματα.
Η γνώση των στατιστικών δεδομένων από όλους αποτελεί κοινή βάση δεδομένων απογραφής της σημερινής πραγματικότητας και αναγκαία βάση εκκίνησης της νέας πορείας.
Ταυτόχρονα συμβάλει:
  • στη δημιουργία κοινού τόπου συνεννόησης και επικοινωνίας
  • στην εμπέδωση της συνείδησης για την αναγκαιότητα αλλαγής πορείας από όλους τους εμπλεκόμενους.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα μπορεί να κατευθύνει επιτελικά και με υπευθυνότητα την επιλογή του τι, πόσο και που πρέπει να παράγουμε κατ’ έτος αλλά και την εθνική συμμετοχή στην νέα Κ.Α.Π. της νέας προγραμματικής περιόδου 2014 – 2020.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
Η προσπάθεια αλλαγής πορείας εξόδου από τη δομική κρίση, μια προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης ξεκινάει από την ανόρθωση του πρωτογενή τομέα της οικονομίας.
Η αγροτική Ελλάδα αρνήθηκε την αγροτική της ταυτότητα, την υποτίμησε και την απαξίωσε,  εγκατέλειψε την πρωτογενή παραγωγή χωρίς να μπορέσει να διακριθεί στο δευτερογενή ή τριτογενή τομέα της οικονομίας. Σε αντίθεση με τις αναπτυγμένες χώρες του βορρά η χώρα δεν μπόρεσε ποτέ να ακολουθήσει μια ισόρροπη αποκεντρωμένη ανάπτυξη μεταξύ των τομέων της οικονομίας της.

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΤΟΜΕΑ
      1. Η διατροφική επάρκεια της χώρας. Αν σήμερα προέκυπτε μια                διεθνής διατροφική κρίση η χώρα δεν θα μπορούσε να καλύψει τις άμεσες ανάγκες διατροφής του πληθυσμού της.
2. Η ανατροπή της χωροταξικής ανισορροπίας και της ανισοκατανομής του πληθυσμού της. Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο με το μισό πληθυσμό της συγκεντρωμένο στην πρωτεύουσα. Η παραγωγική ανασυγκρότηση της γεωργίας μπορεί να συμβάλει στην οργάνωση της επιστροφής και στην επανακατοίκηση της υπαίθρου.
3. Η μετατροπή ενός ελλειμματικού πρωτογενούς τομέα σε δυναμικό εξαγωγικό ανταγωνιστικό κλάδο της οικονομίας μας ώστε να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα.
4. Η αποκατάσταση μιας νέας αναπτυξιακής-οικολογικής ισορροπίας στον πρωτογενή τομέα της παραγωγής με διασφάλιση ενός αειφόρου μοντέλου ανάπτυξης με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
5. Η μεσογειακή διατροφή με επίκεντρο, με πυρήνα την Ελλάδα. Η πρόταση ενός νέου διατροφικού πολιτισμού στον κόσμο με διεθνή πρωταγωνιστή την Ελλάδα. Η αλλαγή του διατροφικού μοντέλου της χώρας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία αυτής της στρατηγικής. Ένα διατροφικό μοντέλο που δεν το σεβόμαστε εμείς, πώς είναι δυνατόν να το προτείνουμε με αξιοπιστία στη διεθνή κοινότητα;
Πώς θα πείσουμε τους άλλους να καταναλώσουν φαγητά της μεσογειακής κουζίνας όταν στη χώρα προέλευσής τους είναι ανύπαρκτα;
Απαραίτητα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι:
  • Η αντικατάσταση της ξενόφερτης κουλτούρας των fast food και του εγχώριου καταστροφικού μοντέλου των ταχυφαγείων στη διατροφή των νέων. Στη δημόσια διατροφική κουλτούρα να επαναφέρουμε τα παραδοσιακά εστιατόρια με την ποικιλία λαδερών και μαγειρεμένων φαγητών, την παροχή στα ξενοδοχεία της χώρας ελληνικού πρωινού στα πλαίσια ενός ολοκληρωμένου διατροφικού τουρισμού ώστε να εισαχθεί το μεσογειακό πρότυπο διατροφής με την πολυμορφία των παραδοσιακών  ντόπιων προϊόντων μας. Αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα το μεσογειακό πρότυπο διατροφής το οποίο υποστηρίζεται από τις διεθνείς ιατρικές εταιρείες.
  • Εισαγωγή διατροφικής αγωγής στα σχολεία και στη δημόσια τηλεόραση για την προστασία της υγείας των νέων γενιών και την αντικατάσταση των ξενόφερτων διατροφικών προτύπων.
  • Αποκατάσταση του εγχώριου αγροτοδιατροφικού μοντέλου και της εμπιστοσύνης μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών.
  • Δίκτυο πιστοποιημένων καταστημάτων πώλησης τοπικών προϊόντων και εστιατορίων – διακριτοί πάγκοι ελληνικού πρωινού στα ξενοδοχεία – εκθέσεις με το καλάθι προϊόντων κάθε περιφέρειας.
  • Η χώρα μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς αγορές με πιστοποιημένα προϊόντα όπως, το λάδι, τα ψάρια, τα όσπρια, τα γαλακτοκομικά, τα δημητριακά, τα φρούτα, τα κηπευτικά, τα αρωματικά φυτά, τα κρασιά κ.α.  

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Πρέπει να οικοδομηθεί πάνω σε μια ειλικρινής διανοητική παραδοχή: ότι το μεγαλύτερο έλλειμμα του νεοελληνικού πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος είναι το έλλειμμα ενός μακρόπνοου, προοπτικού στρατηγικού σχεδιασμού. Δυστυχώς υφιστάμεθα τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνουμε.  
Α.  Η ανασυγκρότηση του παραγωγικού υποκειμένου:
  1. Η αναμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού της παραγωγής μέσω της αξιακής, επιστημονικής και εργασιακής αναβάθμισης του αγροτικού και κτηνοτροφικού επαγγέλματος. Για να παράγουμε πιστοποιημένα προϊόντα πρέπει να διαθέτουμε πιστοποιημένους παραγωγούς. Ταυτόχρονα, η πιστοποίηση των παραγωγών συμβάλει τα μέγιστα στην κατοχύρωση του αγροτικού επαγγέλματος.
  2. Η εξειδικευμένη πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση των παραγωγών στην παραγωγή προϊόντων ταυτότητας- προϊόντων ποιότητας. Να οργανωθούν προγράμματα εκπαίδευσης νέων προς ένταξη αγροτών, αγροτών ενταγμένων σε σχέδια βελτίωσης, αγροτών που ασχολούνται με νέες καλλιέργειες, κτηνοτρόφων που είναι ενταγμένοι σε προγράμματα εξυγίανσης των κοπαδιών τους και εκρίζωσης ενδημικών ασθενειών, σε προγράμματα εξειδικευμένης διατροφής ανά είδος για βελτίωση, ποσοτική και ποιοτική, της παραγωγής κλπ. Η εκπαίδευση πρέπει να διαθέτει μόνιμες περιφερειακές δομές, να είναι διαρκής και να γίνεται από το πλέον εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει η χώρα. Ειδικότερα, η εκπαίδευση μπορεί να ανατεθεί σε σοβαρά εξειδικευμένα κέντρα όπως, η Αμερικανική Γεωργική Σχολή, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Τμήμα Ζωικής & Φυτικής Παραγωγής του ΤΕΙ Ηπείρου στην Άρτα, ο Κτηνοτροφικός Σταθμός Βλάστης στην Κοζάνη κλπ. Το σημερινό μοντέλο εκπαίδευσης μέσω των Κ.Ε.Κ. αποτελεί κατασπατάληση πόρων σε άχρηστα παρωχημένα προγράμματα από ακατάλληλους ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει διαπλεκόμενες σχέσεις με τους αναθέτοντες οργανισμούς των Υπουργείων και γι’ αυτό πρέπει να σταματήσει.
  3. Η υιοθέτηση από τους παραγωγούς σύγχρονων παραγωγικών συλλογικοτήτων: με την θεσμοθέτηση συγκεκριμένου αναπτυξιακού σχεδίου, με τη συγκρότηση συλλογικών συνεταιριστικών παραγωγικών και μεταποιητικών οργανώσεων ανά προϊόν ή ανά ομάδα ομοειδών προϊόντων. Π.χ. παραγωγικοί συνεταιρισμοί, ομάδες παραγωγών, Α.Ε. παραγωγικής βάσης, εταιρικές συμπράξεις για τη διάθεση των προϊόντων. Όπως έχουμε διδαχθεί από το παρελθόν, η επαναφορά με πλήρεις αρμοδιότητες εποπτικών μηχανισμών ελέγχου των συνεταιριστικών δραστηριοτήτων αποτελεί προϋπόθεση-εγγύηση μιας νέας εναλλακτικής υγιούς διαχείρισης  και λειτουργίας όλων των παραγωγικών φορέων.    

Β. Παραγωγή ποιοτικών προϊόντων:
1. Η πώληση από τους παραγωγούς ακατέργαστων γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων είναι καταστροφική για τους ίδιους, μη βιώσιμη και  μη ανταγωνιστική για τη χώρα και πρέπει να σταματήσει. Η πώληση ακατέργαστων προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας είναι χαρακτηριστικό τριτοκοσμικών χωρών. Η ανταλλαγή ακατέργαστων-κατεργασμένων προϊόντων υψηλής ειδίκευσης,  είναι μέρος της άνισης ανταλλαγής προϊόντων, σε βάρος των χωρών χαμηλής ειδίκευσης. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα του βραζιλιάνικου καφέ είναι αποκαλυπτικό καθώς τα κέρδη πηγαίνουν στις χώρες επεξεργασίας (Ιταλία, Γαλλία) σε βάρος των παραγωγών της Βραζιλίας, κάτι ανάλογο που συμβαίνει και με το δικό μας εθνικό προϊόν το λάδι. Η απόδοση ποιοτικής ταυτότητας στα προϊόντα μας πρέπει να είναι ο κορυφαίος στόχος. Ενώ οι κλιματολογικές  και γεωλογικές συνθήκες αποτελούν τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα ως κράτος και παραγωγοί παρουσιάζουμε σοβαρή καθυστέρηση σε μια σειρά ζητημάτων όπως, στον προσδιορισμό γενετικού υλικού, στην πιστοποίηση των τρόπων παραγωγής, στην καθετοποίηση της παραγωγής, στη δημιουργία εξειδικευμένων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
2. Η καταγραφή και ιεράρχηση προϊόντων που έχουν τον χαρακτήρα των «στρατηγικών εθνικών προϊόντων»  με σχεδιασμό των αντίστοιχων πολιτικών επιλογών στήριξης αυτών των προϊόντων.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ ΤΟΜΕΑ.
ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ.

Το ζήτημα των ανολοκλήρωτων, κατακερματισμένων υποδομών στον πρωτογενή τομέα αποτελεί μόνιμη αναπηρία για την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής και έναν από τους σοβαρότερους ανασταλτικούς παράγοντες της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και της βιωσιμότητας των παραγωγών μας.
  1. Η ανανέωση ενεργειακών πηγών, η μείωση του κόστους ενέργειας (σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα, βιοενέργεια, κάρβουνο, μεταφορικά δίκτυα, αρδευτικά συστήματα). Αξίζει ειδική αναφορά σε μια νέα πολιτική νερού στη χώρα. Έπρεπε ήδη να είχαμε ολοκληρώσει τα περιφερειακά αρδευτικά δίκτυα ώστε να βγούμε από το σύστημα των εκατοντάδων χιλιάδων γεωτρήσεων το οποίο είναι αδιέξοδο περιβαλλοντικά και οικονομικά..
  2. Η συμφιλίωση της παραγωγής με την οικολογία. Οι επενδύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (παραγωγή με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα) είναι επενδύσεις ανταποδοτικές με πολλαπλό ενεργειακό παραγωγικό και οικονομικό όφελος π.χ. οι βιολογικοί καθαρισμοί στην κτηνοτροφία που παράγουν ηλεκτρική, θερμική ενέργεια και λίπασμα για τις παραγωγές.
  3. Μια νέα πολιτική γης. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αφαιρέθηκε η γη από τους άμεσους παραγωγούς. Αυτό συμβαίνει παρά τις καινοτόμες παρεμβάσεις στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, τους αγώνες των αγροτών, το κιλελέρ, την αναδιανομή γης στους αγρότες και την παραχώρηση εκκλησιαστικής περιουσίας. Η κατάσταση στις αρχές του 21ου αιώνα παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά κληρονομικού κατακερματισμού της γης και χρήση της παραγωγικής γης για αλλότριους πλην της παραγωγής σκοπούς (οικοδομή, φωτοβολταϊκά κλπ). Είναι γνωστό ότι το 60% της γης βρίσκεται σε χέρια ετεροεπαγγελματιών και όχι αγροτών ή ενοικίαση της γης προσθέτει  ένα επιπλέον κόστος στους αγρότες παραγωγούς. Ο προσδιορισμός γης υψηλής παραγωγικότητας και η απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης, η ανάρτηση των δασικών χαρτών και η χαρτογράφηση και οριοθέτηση χορτολιβαδικών εκτάσεων και βοσκοτόπων για τη δημιουργία ζωνών κτηνοτροφίας ή κτηνοτροφικών πάρκων, ο περιορισμός των εκτατικών υδροβόρων καλλιεργειών πλην αυτών για την παραγωγή ζωοτροφών (οι εντατικές μορφές καλλιέργειας π.χ. θερμοκήπια) αποτελούν προϋποθέσεις γεωργοκτηνοτροφικής ανάπτυξης σε μια χώρα με περιορισμένες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης.
Η δημιουργία μιας τράπεζας γης που θα διαχειρίζεται τη γη προς όφελος των κατά κύριο επάγγελμα παραγωγών με τη μορφή ενοικίασης ή και πώλησης γης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ θεσμική μεταρρυθμιστική προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Η φορολόγηση της γης που δεν καλλιεργείται και ανήκει σε ετεροεπαγγελματίες, η απαγόρευση αλλότριας χρήσης της παραγωγικής γης, αποτελούν τα μέσα για το πέρασμα μεγάλου μέρους της ιδιοκτησίας της γης προς την τράπεζα γης η οποία με την σειρά της θα ενισχύει και θα κατευθύνει χωροταξικά τις παραγωγικές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες των άμεσων παραγωγών.
  1. Μια νέα πολιτική επενδύσεων: Ο αναπροσανατολισμός των            επενδύσεων αυτών που προβλέπονται στον πυλώνα 2 αλλά και του αναπτυξιακού νόμου στον πρωτογενή τομέα. Αναφερόμαστε εδώ στις δομικές επενδύσεις μεγέθους που διαμορφώνουν όρους ανάπτυξης μαζικά της παραγωγής τόσο στον φυτικό όσο και στον ζωικό τομέα (στην ενέργεια, στις υποδομές, στην ανάπτυξη βιομηχανίας υποστήριξης της εγχώριας παραγωγής και υποκατάστασης των εισαγωγών π.χ. χημική βιομηχανία, βιομηχανία παραγωγής αγροτικών μηχανημάτων, βιομηχανία καθετοποίησης της παραγωγής). Μέρος αυτών των επενδύσεων που αφορά σε χημική βιομηχανία, δίκτυα μεταφοράς ενέργειας και παραγωγής αγροτικών μηχανημάτων  πιθανώς δεν θα αναληφθούν από ιδιώτες επενδυτές  μπορούν όμως να γίνουν από το κράτος με συμμετοχή ιδιωτών, τραπεζών, ακόμα και χωρών με τη μεταφορά αντίστοιχης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας. Στον περιφερειακό σχεδιασμό υδατικών πόρων κυρίαρχη θέση πρέπει να κατέχει η ολοκλήρωση των αρδευτικών δικτύων.
Ιδιαίτερα αποδοτικός τομέας επενδύσεων μεγέθους είναι ο τομέας μεταποιητικής βιομηχανίας με στόχο την ανάπτυξη της προστιθέμενης αξίας στο προϊόν. Αυτές είναι επενδύσεις κλίμακας που δεν μπορούν να γίνουν από μεμονωμένους παραγωγούς, πρέπει να γίνουν ανά τομέα παραγωγής από αναδόχους συλλογικούς, συνεργατικούς, συνεταιριστικούς φορείς και να καλύπτουν τη δυναμική ανάπτυξης του προϊόντος ή ομοειδών προϊόντων π.χ. όσπρια, χοιρινό κρέας, οπωροκηπευτικά, γαλακτοκομικά, αρωματικά φυτά, διαχείριση ενεργειακών απορριμμάτων, επεξεργασία ζωοτροφών κλπ.    



Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ  ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΙΚΩΝ ΖΩΝΩΝ ΑΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

Έχει γίνει πλέον κατανοητό και από τον τελευταίο παραγωγό ότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνικός σχεδιασμός αν δεν θεμελιώνεται στον περιφερειακό σχεδιασμό της παραγωγής, στο σχεδιασμό ανά περιφερειακή ζώνη παραγωγής.
Ο κατάλογος των εθνικών προϊόντων συντίθεται από τα περιφερειακά προϊόντα με τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Συντίθεται από το καλάθι περιφερειακών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων όπως αυτό διαμορφώθηκε από την καλλιεργητική παράδοση, τις κλιματολογικές και εδαφολογικές  συνθήκες της κάθε περιοχής καθώς και τις διατροφικές συνήθειες και την εμπειρία των ντόπιων παραγωγών.
Είναι αναγκαίο λοιπόν να προχωρήσουμε στη σύνθεση των καλλιεργητικών ζωνών ανά περιφερειακή ζώνη παραγωγής, π.χ. σε:
  1. Συνιστώμενες εγγυημένες καλλιέργειες,
  2. Επιτρεπόμενες  καλλιέργειες και
  3. Μη συνιστώμενες καλλιέργειες.
Η εμπειρία της καλλιεργητικής παράδοσης που συνδέεται με την παραγωγική ιστορία κάθε περιοχής, η επιστημονική γνώση που έχει αποκτηθεί μπορούν να μας καθοδηγήσουν στη διαμόρφωση των περιφερειακών καλαθιών προϊόντων.
Η ένταξη σε αυτά των νέων καλλιεργειών, των βιολογικών καλλιεργειών, των καινοτόμων προϊόντων ανά τομέα θα συμπληρώσουν τεκμηριωμένα το παραδοσιακό καλάθι προϊόντων ανά περιοχή. Θα αποφύγουμε έτσι την μαζική καλλιεργητική περιπλάνηση των παραγωγών από έτος σε έτος με μόνο κριτήριο την τιμή διάθεσης του προϊόντος κατά το παρελθόν έτος. Στόχος είναι, η κατάκτηση ενός ελεγχόμενου προγραμματισμού (ποσοτικού και ποιοτικού προσδιορισμού της επιδιωκόμενης παραγωγής) ως προς το τι, που, πως και πόσο θα παράγουμε.
Η μείωση του ρίσκου ενός χαώδους αυτοσχεδιασμού και των επιπτώσεών του είναι επιθυμία του συνόλου των Ελλήνων αγροτών. Είναι προφανές ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός όχι μόνο δεν θέτει σε κίνδυνο την καλλιεργητική πολυμορφία κάθε περιοχής αλλά, αντίθετα την διαφυλάσσει, την αναδεικνύει και την εμπλουτίζει με τις ποικιλίες και τα είδη κάθε περιοχής ενισχύοντας την κατηγορία προϊόντων γεωγραφικής προέλευσης.

Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΥΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΖΩΙΚΟΥ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ
Η χώρα διαθέτει μια εξαιρετικά πλούσια ποικιλομορφία ειδών σπόρων, φυλών στην φυτική και ζωική της παραγωγή, στην πανίδα και την χλωρίδα της.
Τη μεγαλύτερη ζημιά η χώρα δεν την υφίσταται  από τις ελληνοποιήσεις των εισαγόμενων προϊόντων στην ελληνική αγορά αλλά από τις ελληνοποιήσεις προϊόντων στις διεθνείς αγορές π.χ. προϊόντα όπως η ρίγανη, τα γιαούρτια, η φέτα, το λάδι ,το ούζο, ο κρόκος, τα αρνιά, πολλά από αυτά αν και παράγονται σε τρίτες χώρες πωλούνται σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού για ελληνικά. Κατά συνέπεια η πιστοποίηση γενετικού υλικού στα υψηλής εμπορικής αξίας ελληνικά προϊόντα με τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και την ευεργετική τους επίδραση στην υγεία είναι ύψιστης σημασίας για την προβολή των ελληνικών διατροφικών ειδών στις διεθνείς αγορές.
Προς την κατεύθυνση αυτή γίνεται προσπάθεια από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας να ξεκινήσει τώρα ένα διετές πρόγραμμα πιστοποίησης γενετικού υλικού με το ΕΘΙΑΓΕ στην Θεσσαλονίκη που αφορά σε είδη αρωματικών φυτών που απαντώνται στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας (ρίγανη, τσάι του βουνού, φασκόμηλο, χαμομήλι, μάραθος, λεβάντα) και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή  αιθέριων ελαίων υψηλής εμπορικής αξίας.
Υπάρχει η δυνατότητα επιστημονικά και τεχνικά να προσδιοριστεί το πρωτέωμα σε είδη κρεάτων ελληνικών φυλών ζώων στα αιγοπρόβατα με μεγάλη θρεπτική αξία και χαμηλή χοληστερόλη. Η επαναφορά ποικιλιών φρούτων από το παρελθόν με εξαιρετική γεύση και θρεπτική αξία των οποίων η παραγωγή εγκαταλείφθηκε εξαιτίας της μικρής αντοχής τους στη μεταφορά και της περιορισμένης διατήρησής τους στο χρόνο (ποικιλίες καρπουζιών, πεπονιών, δαμάσκηνων, ροδάκινων, αχλαδιών κλπ).
Η στελέχωση και ενεργοποίηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ στην χώρα μας, μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα τόσο στον εμπλουτισμό όσο και στην ανάδειξη της μοναδικότητας της φυτικής και ζωικής μας παραγωγής.
Οι βόρειες χώρες έχουν προχωρήσει στη δημιουργία μιας τράπεζας παγκόσμιου γενετικού υλικού για το μέλλον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι Ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά  αλλά και το Ισραήλ ηγούνται στην έρευνα, στην παραγωγή και τη διάθεση σποροπαραγωγικού υλικού. Η χώρα μας με μοναδικό πλούτο γενετικού υλικού είναι απολύτως εξαρτημένη από την ανεξέλεγκτη μεταφορά ειδών και φυλών των οποίων δεν ελέγχουμε την γενετική προέλευση αλλά και την βιωσιμότητα στις ελληνικές εδαφοκλιματολογικές συνθήκες ούτε τις επιπτώσεις στην υγεία των καταναλωτών.     
Ένα άλλο συναφές και συγγενές κεφάλαιο τεράστιας σημασίας είναι η ελεγχόμενη πιστοποιημένη αλυσίδα παραγωγής προϊόντων ονομασίας προέλευσης, ή προϊόντων συγκεκριμένης γεωγραφικής προέλευσης και φυλής, ή πιστοποιημένων βιολογικών προϊόντων ακόμη και η παραγωγή προβιοτικών προϊόντων  με διαπιστωμένες ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία και την ευζωία.
Οι ελληνικοί επιστημονικοί φορείς τους οποίους διαθέτει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης (Ινστιτούτο Ελέγχου Ποικιλιών Καλλιεργούμενων Φυτών, ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, ΕΘΙΑΓΕ, κτηνοτροφικά ινστιτούτα κ.α.) πρέπει να αναλάβουν τη συγκεκριμένη έρευνα και επιστημονική υποστήριξη της φυτικής και ζωικής παραγωγής. Αρκεί να υπαχθούν σε συγκεκριμένη στοχοθεσία για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών της παραγωγής. Για παράδειγμα, αναπαραγωγή συγκεκριμένης ράτσας κριαριών για την διατήρηση και τον πολλαπλασιασμό κοπαδιών από αυτόχθονες φυλές ή την πιστοποίηση ειδών της φυτικής μας παραγωγής από το ΕΘΙΑΓΕ.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΕΦΟΔΙΩΝ
Η ελληνική αγορά γενικά αλλά και ιδιαίτερα στον τομέα των αγροτικών προϊόντων έχει τα χαρακτηριστικά μιας ληστρικής αγοράς απ’ όπου απουσιάζουν παντελώς οι κανόνες ανταγωνισμού μιας καπιταλιστικής αγοράς. Το εμπόριο προϊόντων μοιάζει με ανατολίτικο παζάρι στις μεθόδους και τις απάτες που χρησιμοποιεί, απέναντι στους παραγωγούς, το κράτος και τους καταναλωτές. Μερικές από τις αδιανόητες πρακτικές των εμπόρων-μεσαζόντων είναι:
  • Η αγορά των πορτοκαλιών στην Άρτα όπου «με το μάτι στο κτήμα» συμφωνούνται οι αγοραπωλησίες
  • η αγορά των ροδάκινων στην Πέλλα «με ανοιχτή τιμή» που συνήθως καταλήγει να μην καλύπτει το κόστος παραγωγής
  • η πληρωμή των παραγωγών γάλακτος «σε είδος» από τις γαλακτοβιομηχανίες που τους υποχρεώνουν να πληρώνονται σε είδος προμηθευόμενοι τυριά και ζωοτροφές από τους ίδιους
  • η διαδεδομένη πρακτική έκπτωσης «φύρας» των προϊόντων που μπορεί να φθάνει και το 15%
  • η πρακτική αγοράς επί πιστώσει που δεν εξοφλείται ποτέ
  • οι εικονικές πτωχεύσεις των εμπόρων και επιχειρήσεων μεταφέροντας τα περιουσιακά στοιχεία στους συγγενείς και κυρίως
  • η τεράστια απάτη των εικονικών αγοραπωλησιών, των εικονικών εξαγωγών που αναγκάζει το κράτος να επιστρέφει μέσω Φ.Π.Α. αρκετά δις ευρώ σε εικονικούς παραγωγούς και εμπόρους «φαντάσματα»
  • οι πρακτικές μεταξύ σούπερ μάρκετ και προμηθευτών μέσα από τις οποίες ενισχύουν τα κέρδη τους( επιβολή υποχρεωτικής έκπτωσης στην τιμή των προϊόντων η οποία δεν περνάει στους καταναλωτές)
  • οι υπερτιμολογήσεις του προϊόντος στο χωράφι και άλλων πρακτικών των οποίων δεν υπάρχει τέλος.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να λειτουργεί μια πλήρως ασύδοτη αγορά που αυξάνει τις τιμές προϊόντων από τον παραγωγό στον καταναλωτή κατά 3-6 φορές.
Το ελληνικό παράδοξο, στη διάρκεια της εξαετούς ύφεσης που διανύουμε με συνύπαρξη  πληθωριστικών πιέσεων είναι η απόδειξη μιας ανεξέλεγκτης λειτουργίας της αγοράς που δεν υπακούει στους κανόνες υγιούς ανταγωνισμού, στους νόμους προσφοράς και ζήτησης.
Χρειάζεται λοιπόν, η δημιουργία εσωτερικών ρυθμιστικών κανόνων εξυγίανσης της αγοράς αγροτικών προϊόντων στη χώρα με άμεση απόδοση στους παραγωγούς και τους καταναλωτές.
Συγκεκριμένα, χρειάζεται:
  1. η ενίσχυση της αγοράς ελληνικών προϊόντων. Δηλαδή, ενίσχυση της εθνικής κατανάλωσης.
  2. Δραστικά μέτρα υγειονομικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση των εισαγωγών από τρίτες χώρες.
  3. Βιβλία εσόδων-εξόδων, τιμολόγια πωλήσεων, αναγραφή τιμής προϊόντος συνοδευτική από την αρχική αγορά μέχρι τη λιανική πώληση ώστε να φαίνεται το ποσοστό κέρδους κατά τη διαδρομή.
  4. Μητρώο εμπόρων με ενημέρωση ανά εξάμηνο και δυνατότητα ελέγχου της επάρκειας των  τραπεζικών καταθέσεων για το αν καλύπτει την αγορά προϊόντων
  5. Η οργάνωση των παραγωγών ανά προϊόν ή ανά ομάδα προϊόντων κατά τρόπο τέτοιο ώστε να αυξάνεται η διαπραγματευτική τους ικανότητα η οποία μηδενίζεται στους μεμονωμένους παραγωγούς. Η συμβολαιακή γεωργία με τις αγορές μπορεί να γίνει πράξη μόνο μέσα από τέτοιες εταιρικές συμπράξεις οι οποίες μπορούν να εξασφαλίζουν ποσότητα, ποιότητα και διαρκή τροφοδοσία στην αγορά με τα αντίστοιχα προϊόντα.
  6. Οι έλεγχοι των ποιοτικών χαρακτηριστικών των προϊόντων π.χ. των ποσοστών λίπους στο γάλα να διενεργούνται από ανεξάρτητα πιστοποιημένα εργαστήρια.
  7. Η δημιουργία ελεγχόμενων τοπικών αγορών παραγωγών σε κάθε πόλη της Ελλάδας: που θα συγκρατεί τις τιμές, θα προωθεί την κατανάλωση τοπικών προϊόντων και έτσι θα αποκλείει τις ελληνοποιήσεις και ταυτόχρονα θα ενισχύει το εισόδημα των παραγωγών με ρευστό.
  8. Η δημιουργία δημοπρατηρίων προϊόντων ανά Περιφέρεια: που θα δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού στις τιμές και θα διευκολύνει τις εξαγωγές στις διεθνείς αγορές.
  9. Η δημιουργία μόνιμων δικτύων προβολής και διάθεσης προϊόντων στην εσωτερική αλλά κυρίως στη διεθνή αγορά.
  10. Ο τρόπος επιστροφής Φ.Π.Α που ισχύει ως σήμερα εκκολάπτει σε μεγάλο βαθμό απάτες δισεκατομμυρίων ευρώ με πλασματικά τιμολόγια και εμπόρους «φαντάσματα» και πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.  

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Ποια είναι σήμερα η οργανωτική κατάσταση των Ελλήνων γεωργών και κτηνοτρόφων; Οι ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών κατέρρευσαν. Τα παραδείγματα υγειών παραγωγικών συνεταιρισμών υπάρχουν μεν αλλά είναι λιγοστά και το συντριπτικό μέρος της παραγωγής αποτελείται από μεμονωμένες οικογενειακές επιχειρήσεις που παλεύουν να επιβιώσουν καθώς τα προβλήματα είναι καθημερινά όπως: η προμήθεια εφοδίων και ζωοτροφών  από το ελεύθερο εμπόριο σε υψηλές τιμές, οι εγκαταστάσεις τους έχουν σοβαρές ελλείψεις, διαθέτουν τα προϊόντα τους σε ακατέργαστη μορφή με αποτέλεσμα η διαπραγματευτική τους ικανότητα στη διεκδίκηση καλύτερων τιμών να είναι μηδενική και ταυτόχρονα η απουσία ελέγχου στη μεταποιητική βιομηχανία είναι ολοκληρωτική.
Αν σκεφθούμε την απόσταση που χωρίζει τους Έλληνες παραγωγούς από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους (Ιταλούς, Ισπανούς, Γάλλους) τότε μπορούμε να προβλέψουμε πως το μέλλον θα είναι δυσοίωνο τόσο για τους ίδιους όσο και για την χώρα καθώς δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ανάπτυξη, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα που είναι ένας από τους βασικούς της πυλώνες;
Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας αγροτικών προϊόντων στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης είναι συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Αυτό μας ωθεί να αναλογιστούμε πως είναι επιτακτική ανάγκη να ανασυγκροτήσουμε και εμείς την αγροτική παραγωγή σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, ομάδες παραγωγών, παραγωγικές Α.Ε. πάνω σε νέες βάσεις και απαλλαγμένοι από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το κόστος παραγωγής, την ανάγκη καθετοποίησής της και την διάθεση των προϊόντων.  
Α. Οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί βάσης αναπτύσσουν τέσσερις κύκλους δραστηριοτήτων:
  1. Της παραγωγής με στόχο τη μείωση του κόστους, την προμήθεια εφοδίων και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής
  2. Της μεταποιητικής βιομηχανίας με στόχο την προστιθέμενη αξία στο προϊόν
  3. Της εμπορίας του προϊόντος στην εθνική και διεθνή αγορά και
  4. Της ανάληψης επενδύσεων μεγέθους για την αύξηση του κύκλου εργασιών.
Η οργάνωση αυτών των συνεταιρισμών πρέπει να γίνει με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια βιωσιμότητας και διττή διεύθυνση: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Είναι γνωστό ότι στη χώρα μας οι δρόμοι της κρατικής γραφειοκρατίας και της παραγωγής δεν συναντώνται ποτέ. Έχουν πορείες αποκλίνουσες. Αυτή η διαπίστωση παίρνει τραγικές διαστάσεις στη σχέση του Έλληνα αγρότη και κτηνοτρόφου με τις διευθύνσεις γεωργίας και το επιστημονικό προσωπικό που τις στελεχώνει. Οι εκατοντάδες γεωπόνοι και κτηνίατροι που σήμερα έχουν περάσει στις αιρετές Περιφέρειες έχουν απορροφηθεί στις γραφειοκρατικές εργασίες διαχείρισης και διεκπεραίωσης χωρίς ουσιαστική σχέση με το χωράφι και το στάβλο. Η παρακολούθηση της παραγωγής αποτελεί δραστηριότητα εκτός καθηκοντολογίου. Τέτοια είναι η αποξένωση από το αντικείμενο των σπουδών ώστε πολλοί από αυτούς χρειάζονται επανεκπαίδευση για να μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Η αποξένωση από το χωράφι και το στάβλο έχει πάρει θεαματικές διαστάσεις, είναι κάτι παραπάνω από επαγγελματικό «κεκτημένο», αποτελεί συντεχνιακή στρέβλωση.
Στον αγρότη και κτηνοτρόφο παραγωγό απομένει μόνο η προσφυγή στους ιδιώτες οι οποίοι έχουν μετεξελιχθεί σε εμπόρους φαρμάκων που ανεβάζουν το κόστος ενώ επιβαρύνουν τη ζωική και φυτική παραγωγή με υγειονομικές επιπτώσεις στους καταναλωτές.
Η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή είναι σύνθετη παραγωγή, η ποσοτική και ποιοτική της επιτυχία υπόκειται σε πολυπαραγοντική εξάρτηση. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς οργανική, επιστημονική υποστήριξη.
Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και κυρίως τα ΤΕΙ φυτικής και ζωικής παραγωγής έχουν την ικανότητα να στηρίξουν την παραγωγή. Κάποια από αυτά μάλιστα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια επιστημονική και ερευνητική παραγωγή. Τα ιδρύματα αυτά μπορούν να καθοδηγούν, να ελέγχουν και να πιστοποιούν την εγχώρια παραγωγή κατά τον ίδιο τρόπο που η ιατρική θεραπεύει τους ανθρώπους στις πανεπιστημιακές κλινικές και τα νοσοκομεία. Το πρόβλημα είναι εδώ ότι το κράτος δεν ενδιαφέρεται καθόλου να θέσει στην υπηρεσία της παραγωγής αυτή τη γνώση. Να συνδέσει δηλαδή την επιστήμη με την παραγωγή. Μια τόσο απαιτητική παραγωγή αποκομμένη από τη σύγχρονη γνώση είναι καταδικασμένη σε φθίνουσα πορεία αφού αντιμετωπίζει το διεθνή ανταγωνισμό μιας επιστημονικά οργανωμένης αγροτικής οικονομίας.

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ
Το μοντέλο κτηνοτροφίας στην Ελλάδα άλλαξε αλλά δεν αντικαταστάθηκε με κάτι νέο.
Το παλιό μοντέλο όπου οι άνθρωποι «συγκατοικούσαν» με τα ζώα τους, όπου ο κάθε γεωργός ήταν και κτηνοτρόφος, μας έδωσε για δεκαετίες μια εθνική επάρκεια σε κτηνοτροφικά προϊόντα και εξασφάλιζε ένα βιοτικό επίπεδο στους παραγωγούς. Στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης εγκαταλείψαμε αυτό το μοντέλο το οποίο βεβαίως ήταν συνδεδεμένο με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Μια τέτοια διάχυση της κτηνοτροφίας δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα. Επίσης, οι νέοι περιβαλλοντικοί όροι επιβάλουν μια νέα οικολογική συμβατότητα της κτηνοτροφικής παραγωγής που να δημιουργεί όρους αειφόρου κτηνοτροφίας. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις του κτηνοτρόφου δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις και το οικονομικό κόστος που εμπεριέχουν.
Πώς λοιπόν μπορούμε να λύσουμε αυτές τις αντιφάσεις;
ΟΙ ΖΩΝΕΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ - ΤΑ ΠΑΡΚΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑΣ:
Αποτελούν το μοντέλο βιωσιμότητας της ελληνικής κτηνοτροφίας και μπορούν να αναστρέψουν την διαρκώς επιταχυνόμενη φθίνουσα πορεία της.
Πρόκειται ουσιαστικά για τη σύνθεση μιας εκτατικής κτηνοτροφίας με παράλληλο εκσυγχρονισμό της παραγωγής και ταυτόχρονη μείωση του κόστους.
Περιγραφή του μοντέλου πάρκων κτηνοτροφίας.
  1. Τοπογραφική περιγραφή (χαρτογράφηση) της περιφερειακής χωροθέτησης των κτηνοτροφικών πάρκων. Σεβόμενοι τις παραδοσιακές πυκνότητες κατανομής της υπάρχουσας κτηνοτροφίας καθώς και την έκταση των βοσκοτόπων.
  2. Λύση του προβλήματος μετεγκατάστασης των υπαρχουσών μονάδων εντός οικισμών.
  3. Εκσυγχρονισμός του συνόλου των σταβλικών εγκαταστάσεων και του απαιτούμενου εξοπλισμού τους, έτσι ώστε, να πληρούν τις προδιαγραφές υγιεινής παραγωγής κρέατος και γάλακτος το κόστος του οποίου είναι αδύνατο να καλυφθεί από πολλές υπάρχουσες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις.
  4. Επίτευξη ενεργειακής αυτονομίας των κτηνοτροφικών πάρκων με εγκαταστάσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και μείωση του ενεργειακού κόστους για τους κτηνοτρόφους.
  5. Εγκαταστάσεις τυροκομίας αντίστοιχου μεγέθους με το ζωικό δυναμικό κάθε πάρκου.
  6. Αντίστοιχες μονάδες σύγχρονων οικολογικών σφαγείων, όπου κρίνεται αναγκαίο, που να εξασφαλίζουν τον ποιοτικό έλεγχο και τον προσδιορισμό γεωγραφικής προέλευσης των προϊόντων καθώς και τη σφραγίδα ποιότητας και υγείας του σφάγιο.
  7. Εγκαταστάσεις βιολογικών καθαρισμών για παραγωγή βιοενέργειας στις εκμεταλλεύσεις που είναι αναγκαίοι όπως η χοιροτροφία.
  8. Ο πλήρης κτηνοτροφικός έλεγχος των ζώων θα αποτελεί βασική προϋπόθεση  για την εισαγωγή των κοπαδιών στα κτηνοτροφικά πάρκα, ώστε να απαλλαγούν τα κοπάδια μας από μελιταίο πυρετό, σαλμονελώσεις, την τρομώδη εγκεφαλοπάθεια.
  9. Η φυλετική και υγειονομική ηλεκτρονική  σήμανση των ζώων  ώστε να προσδιορίσουμε ποσοτικά και να σχεδιάσουμε την ανάπτυξη και την καθαρότητα των ντόπιων φυλών που επιθυμούμε.
  10. Ένταξη του όλου εγχειρήματος για χρηματοδότηση στο νέο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 2014-2020 και ειδικότερα στον 2ο πυλώνα.


Η ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Α) Το εργόσημο που έχει θεσμοθετηθεί για τους εργάτες γης όπως και για τους εργαζόμενους σε κτηνοτροφικές επιχειρήσεις κρίνεται ικανοποιητική λύση που πρέπει όμως να εφαρμοστεί καθώς, υπάρχει μεγάλη εισφοροδιαφυγή σε όλους τους τομείς της πρωτογενούς οικονομίας. Η σοβαρή ανεπάρκεια του θεσμού της Επιθεώρησης εργασίας σε ότι αφορά στις συνθήκες εργασίας όσο και στην εισφοροδιαφυγή απαιτεί άμεση διόρθωση που θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της νομιμότητας στο εργασιακό καθεστώς και στις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων. Οι αρμοδιότητες πρέπει να επεκταθούν στον πρωτογενή τομέα, ένα τομέα όπου σήμερα κυριαρχεί η «μαύρη εργασία και η απασχόληση παράνομων μεταναστών.
Β) Οι μεγάλες δαπανηρές κατηγορίες ασφάλισης της ζωικής παραγωγής από τις ασθένειες και της φυτικής παραγωγής από τις φυσικές καταστροφές και τις ασθένειες, ήταν πάντα ανεπαρκείς και ένα από τα σημεία τριβής μεταξύ παραγωγών και κράτους. Τα μεγάλα ελλείμματα του ΕΛΓΑ, ο άδικος τρόπος επιμερισμού των ασφαλιστικών εισφορών, η αδιαφάνεια και διαπλοκή στην κατανομή των αποζημιώσεων και τα κυκλώματα που τις τροφοδοτούσαν πρέπει να εγκαταλειφθούν οριστικά ως κακές πρακτικές του παρελθόντος. Μια από τις δομικές αιτίες του αναποτελεσματικού συστήματος ασφάλισης των παραγωγών οφείλονται στην πλήρη αποσύνδεση του από ένα σχεδιασμό ΠΡΟΛΗΨΗΣ ασθενειών και φυσικών καταστροφών π.χ. η πρόληψη της χαλαζόπτωσης, των ασθενειών στην φυτική παραγωγή και τα ζώα θα κόστιζε πολύ λιγότερο από τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται αντίστοιχα. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Πρέπει λοιπόν να οργανώσουμε την πρόληψη των εκτεταμένων ζημιών στην παραγωγή σε εθνική και περιφερειακή βάση αξιοποιώντας τις επιστημονικές και τεχνικές δυνατότητες που υπάρχουν.  
 ΟΙ ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ
Η χώρα ειδικεύεται ταχύτατα στις υδατοκαλλιέργειες. Είναι μια παραγωγή που ταιριάζει στους Έλληνες. Η παράδοση μακρά στην πορεία του χρόνου, αλλά η δυναμική εκτίναξης της τελευταίας δεκαετίας, δείχνει το δρόμο της σύγχρονης παραγωγικής Ελλάδας. Η Ήπειρος, η Κρήτη, η Εύβοια, τα νησιά του Αιγαίου, η Πιερία έχουν μεγάλη συμμετοχή στον τομέα. Το κράτος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την τεράστια οικονομική, κοινωνική και εξαγωγική σημασία του.
Στην χώρα  έχουν διαμορφωθεί ήδη και θεσμοθετούνται μεγάλα υδατοκαλλιεργητικά πάρκα. Η παραγωγή επεκτείνεται πέρα από το λαυράκι και την τσιπούρα που αποτελούν την «σπονδυλική στήλη» στις ιχθυοκαλλιέργειες σε άλλα δυσκολότερα στην εκτροφή είδη ψαριών αλλά και στην οστρακοκαλλιέργεια, την γαριδοκαλλιέργεια και στα είδη γλυκού νερού. Προϊόντα ονομασίας προέλευσης, εξαιρετικής ποιότητας και θρεπτικής αξίας.
Τα πλεονεκτήματα στον τομέα πολλά:
  • η διαδεδομένη επιστημονική γνώση των υδατοκαλλιεργητών,
  • η ύπαρξη πρωτοπόρων βιομηχανιών στη μεταποίηση και συσκευασία των προϊόντων νωπών και κατεψυγμένων,
  • η εγγύτητα της παραγωγής με τα ευρωπαϊκά λιμάνια και τις ευρωπαϊκές αγορές,
  • η καθαρότητα των υδάτων,
  • η παραγωγή ιχθυοτροφών,
  • η εξειδικευμένη διατροφική και αυξητική τεχνική,
  • η παραγωγή γόνου κλπ.
αποτελούν απόδειξη μιας ολοκληρωμένης καθετοποιημένης παραγωγής.
Οι εξαγωγές στον τομέα ξεπέρασαν ήδη σε εισροή συναλλάγματος αυτές του λαδιού, ενώ η παραγωγή στον τομέα μπορεί μέσα σε πέντε χρόνια να υπερτριπλασιαστεί, πραγματοποιώντας ένα ποιοτικό και ποσοτικό άλμα σε έναν από τους πυλώνες της μεσογειακής διατροφής κατακτώντας τις διεθνείς αγορές και ανοίγοντας δρόμο για τα άλλα ελληνικά διατροφικά προϊόντα.
Γι’ αυτό πρέπει να προστατεύσουμε και να ενισχύσουμε τις υδατοκαλλιέργειες ώστε να αναδείξουμε τη χώρα των 17 χιλιάδων χιλιομέτρων ακτογραμμών σε πρώτη εξαγωγική δύναμη προϊόντων ζεστής θάλασσας.

Η ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ ΤΟΜΕΑ
  1. Η κρίση του καταναλωτικού μοντέλου ανάπτυξης στην Ελλάδα συμπεριέλαβε και επέτεινε και την έκθεση του τραπεζικού συστήματος στην υπερτοφοδότηση των μη εξυπηρετούμενων, των λεγόμενων «κόκκινων» καταναλωτικών δανείων.
  2. Η παρατεταμένη βαθειά ύφεση που ακολούθησε με παράλληλη μείωση των εισοδημάτων και η αύξηση της φορολογίας έκανε προβληματική και την εξυπηρέτηση των στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων.
  3. Η συμμετοχή των τραπεζών στο «κούρεμα» χρέους του ελληνικού δημοσίου οδήγησε  στην απώλεια δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και στην αναγκαία ανακεφαλαιοποίησή τους.
  4. Ο πολιτικός παρεμβατισμός στην χορήγηση δανείων, π.χ. δανειοδότηση κομμάτων, περιοδικές ρυθμίσεις συνεταιριστικών χρεών, ιδιαίτερα από τράπεζες κρατικής κεφαλαιοποίησης αποτέλεσε μια ακόμη αιτία κατάρρευσης.
Όλα τα παραπάνω, προκάλεσαν την ιδιωτικοποίηση της Αγροτικής Τράπεζας μέσα από μια αμφιλεγόμενη διαδικασία «εξυγίανσης»  της. Η «κακή» αγροτική τράπεζα στην οποία εκκρεμούν τα μη εξυπηρετούμενα αγροτικά  δάνεια και μεγάλο μέρος της ενυπόθηκης αγροτικής γης παραμένει ανοιχτή πολιτική εκκρεμότητα.
Το αποτέλεσμα αυτών των ραγδαίων εξελίξεων στον τραπεζικό τομέα αφήνοντας έκθετό τον αγροτικό τομέα της οικονομίας ιδιαίτερα σήμερα στην κρίσιμη φάση των προσπαθειών επανεκκίνησής του με υψηλές ανάγκες χρηματοδότησης.
Το κενό, χρηματοδοτικό και αναπτυξιακό, που αφήνει η αγροτική τράπεζα στην αγροτική οικονομία σε αυτή την κρίσιμη φάση πρέπει να καλυφθεί. Το εγχείρημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της αγροτικής οικονομίας έχει ανάγκη από τραπεζική συγχρηματοδότηση πέραν αυτής των κοινοτικών πόρων.
Η αγροτική οικονομία ιδιαίτερα σήμερα έχει ανάγκη από μια εξειδικευμένη τραπεζική πίστη στην υπηρεσία της αγροτικής ανάπτυξης.
Η χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα, από τον οποίο περιμένουμε να παίξει ρόλο ατμομηχανής για την οικονομική ανάπτυξη, τη μεταποιητική βιομηχανία, τις εξαγωγές της χώρας, δεν μπορεί να επαφίεται στις ιδιωτικές τράπεζες οι οποίες έχουν κερδοσκοπικά κριτήρια και προτεραιότητες χρηματοδότησης.
Η δημιουργία μιας Συνεταιριστικής Αναπτυξιακής Τράπεζας θα είχε τεράστια συμβολή στον παραγωγικό αναπροσανατολισμό των επενδύσεων, στον τομέα και στην αναγκαία μόχλευση των ευρωπαϊκών, των ιδιωτικών και τραπεζικών κεφαλαίων, για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της αγροτικής οικονομίας.
Η εφαρμογή της μεγάλης αγροτικής μεταρρύθμισης έχει ανάγκη από τη δημιουργία ενός νέου αγροτικού κινήματος στη χώρα, με περιφερειακή συγκρότηση το οποίο θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη της αγροτικής παραγωγικής αναμόρφωσης στην χώρα μας.
Τα περιφερειακά αγροτικά συμβούλια με θεματικά εξειδικευμένη οργάνωση και λειτουργία θα αποτελέσουν τους φορείς που θα ηγηθούν της πορείας ανασυγκρότησης του σχεδιασμού και της υλοποίησης των πολιτικών ανά τομέα, καθώς και του συμβουλευτικού ρόλου προς το επιτελικό Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πάνω απ» όλα όμως θα επωμιστούν την ευθύνη για την ανασυγκρότηση του νέου παραγωγικού υποκειμένου του Έλληνα γεωργού, του κτηνοτρόφου,  του πτηνοτρόφου, του ιχθυοκαλλιεργητή που απαιτεί η αγροτική ανασυγκρότηση της Ελλάδας.
   
*Ηλίας Θεοδωρίδης
                                                                                            Γενικός Γραμματέας
                                                                               Αποκεντρωμένης Διοίκησης
Ηπείρου- Δυτικής Μακεδονίας
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας