Επίκαιρα Θέματα:

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Στη μνήμη της Ερσαϊας Ακριτίδου

Η Ερσαϊα Ακριτίδου γεννήθηκε το 1934 στο Μεσσόβουνο (ΚΡΕΜΙΤΣΑ). Ήταν το τρίτο παιδί του Παύλου και της Κλωνάρας Παραστατίδη. Ο πατέρας Παύλος, παρατσούκλι (Τσαχούρτς), πρόσφυγας από το χωριό ΣΑΡΓΕΡΙΝ του Πολεμονιακού Πόντου  της περιοχής ΑΠΕSH και η μητέρα της Κλωνάρα (Τσινίκα) από το χωριό ΝΤΕΡΜΕΝΤΑΣΙΝ της ίδιας περιοχής, και οι δυο γονείς της Κασέλας έχασαν τους συντρόφους τους στο δρόμο της προσφυγιάς και είχαν από ένα παιδί .
Ο δρόμος του ξεριζωμού από τον Πόντο με τις μυριάδες κακουχίες και βάσανα, μέχρι να κατεβούν από το Απές’ στην Κερασούντα πέρασαν από τα κακοτράχαλα βουνά των Ποντιακών ορέων με πενιχρά μέσα και παίρνοντας ότι ο καθένας μπορούσε να κρατήσει. Στην Κερασούντα παρέμειναν περίπου 6 μήνες περιμένοντας να έρθει  καράβι να τους πάρει από την Κερασούντα στον Πειραιά και από κει στην Αχαΐα (παλιά Ελλάδα).
Εκεί έμειναν περίπου 1 χρόνο μέχρι που Βενιζέλος με το σχέδιο εποικισμού της Μακεδονίας να τους μεταφέρει στο Μαυροβούνι Εδέσσης. Η λίμνη των Γιαννιτσών, που τότε δεν ήταν αποξηραμένη, τούς δημιούργησε μεγάλα προβλήματα  υγείας (ελονοσία, τύφο κλπ) και πέθαιναν οι ασυνήθιστοι στα πεδινά, οροισίβιοι Απεσλήδες. Αποφάσισαν τότε να βρουν ένα τόπο που να μοιάζει με τον δικό τους στον Πόντο. Επέλεξαν την τότε Κρέμιτσα, σημερινό Μεσσόβουνο, που τότε ήταν κυρίως κτηνοτροφική περιοχή, με πολλά νερά και 8 νερόμυλους (χαμελέτες). Άρχισαν σιγά σιγά να μαζεύουν τα κομμάτια τους και να στήνουν τα νοικοκυριά τους. Στο Μεσσόβουνο ξαναπαντρεύονται ο Τσαχούρτς και η Τσινίκα και κάνουν άλλα 4 παιδία την Μαρία, την Σοφία, την ΕΡΣΑΪΑ και την Πηνελόπη. Στην ΕΡΣΑΪΑ έδωσαν το παράνομα Κασέλα γιατί ήταν μικροκαμωμένη. Έτσι έλεγαν οι Απεσλήδες τους μικροκαμωμένους .
Η ιστορία της Κασέλας λοιπόν δεν μπορεί να είναι έξω και πέρα από την ιστορία του ξεριζωμού των πόντιων του Μεσσόβουνου (Κρέμιτσας) και  της Αριστεράς. Τότε λοιπόν με την γέννηση της Κασέλας στις αρχές της δεκαετίας του ’30 το χωριό συγκρούεται με την Αστυνομία, με αφορμή τον δημόσιο δρόμο και το πέρασμα του μέσα από το χωριό. Τότε συνέλαβαν τρεις Μεσοβουνιώτες και τους έστειλαν εξορία στην Ανάφη με το ιδιώνυμο του Εθνάρχη Βενιζέλου. Στα έξη της χρόνια, ακριβώς την χρονιά που θα πήγαινε σχολείο η Κασέλα, είχαμε Αλβανικό μέτωπο, κατοχή, το αυγό του φιδιού που επωάστηκε στην Γερμανία  την Ιταλία και την Ιαπωνία, άρχισε να ξερνά  δυστυχία, πείνα, θανάτους κι ανείπωτο πόνο πάνω στην γη.
Η Κρέμιτσα ήταν αδύνατο να μείνει έξω από αυτήν την συγκυρία.
Οι οροισίβιοι  και ανυπόταχτοι Απεσλήδες με βαθιά δημοκρατική παράδοση και εστερνισμένοι τις νωπές τότε και ακτινοβολούσες αξίες της ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ δεν δέχτηκαν ποτέ τα τετελεσμένα, ήταν από τους πρώτους που οργάνωσαν την αντίσταση τους στον φασισμό και Ναζισμό. Αυτό είχε σαν συνέπεια τα κατοπινά δεινά που πέρασε το χωριό με την μαζική εκτέλεση τότε 165 κρέμιτσαλουδων και το κάψιμο και την λεηλασία  του χωριού. Μετά τον μεγάλο χαμό και το κάψιμο του χωριού οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες  μετέφεραν τα εναπομείναντα γυναικόπαιδα γέρους και παιδία στην Πτολεμαϊδα μαζί και  την οικογένεια του Παύλου Παραστατίδη (Τσαχούρ). Η Κασέλα ήταν επόμενο να μείνει, αγράμματη που καιρός για σχολεία. Στην Πτολεμαϊδα ζούσαν μέσα σε παραπήγματα και στο πέτρινο σχολείο,εδώ πρέπει να σημειώσουμε την μεγάλη συνεισφορά της οικογένειας Παυλίδη, η οποία προσέφερε τα μέγιστα για την επιβίωση τους. Μετά από 20 μέρες περίπου εκτελώντας καλά οργανωμένο σχέδιο οι κατοχικές δυνάμεις και οι ντόπιοι συνεργάτες τους αποφάσισαν να τους διασκορπίσουν στα χωριά της Φλώρινας.
 Μαζί με άλλους συγγενείς, η οικογένεια της Κασέλας εγκαταστάθηκε στο χωριό Σωτήρας (Νοϊρατ). Η επιβίωση δύσκολη, φαγητό δεν υπήρχε, ρουχισμός-κουρέλια, παπούτσια από παντού τρύπια. Είναι χαρακτηριστική της κατάστασης η ιστορία  που έλεγε η Κασέλα στα παιδιά της,  τον καιρό εκείνο: επειδή η Κασέλα δεν είχε παπούτσια και είχε η μικρή της αδελφή Πηνελόπη, προσπαθώντας να φορέσει τα παπούτσια της Πηνελόπης, που της ήταν πολύ μικρά, σφίχτηκαν τα πόδια της τόσο πολύ που έμειναν ατροφικά και δε μεγάλωσαν φυσιολογικά.
Ο κόσμος κι εκεί δυστυχούσε δεν μπορούσε ο ίδιος να επιβίωσει. Κι΄έτσι η μάνα της η Τσινίκα αναγκάστηκε μαζί με την Πιτίνα να ζητιανεύει στα γύρω χωριά. Άλλος λίγο αλεύρι τους έδινε, άλλος λίγο πλιγούρι, άλλος ξερά φασολιά, κανένα αυγό. Πότε πεινασμένοι, πότε μισοφαγωμένοι, πέρασαν μέχρι το ’42 στον Σωτήρα (Νοϊρατ). Μετά το ’42 δόθηκε διαταγή να επιστρέψουν στο χωριό. Γυρνώντας στο χωριό μάζεψε ό,τι βρήκε ο καθένας κι έφτιαξε ένα δωμάτιο να βάλει μέσα την οικογένεια του. Σιγά-σιγά άρχισαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους, κήπους,  και με την στήριξη των συγγενών τους ορθοπόδησαν. Μέσα σε τέτοιες κακουχίες, πείνα κι εξαθλίωση, με την πατάτα κύριο γεύμα πέρασαν το ’43. Παράλληλα το ΕΑΜ και η αλληλεγγύη βοηθούσαν όσο μπορούσαν.
 Την περίοδο αυτήν, το κίνημα της αντίστασης σ΄ολη την Ελλάδα γιγαντώνεται. Στο Βέρμιο συγκροτούνται ένοπλες αντάρτικες αντιστασιακές ομάδες του ΕΛΑΣ. Βλέποντας τα αυτά οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους την άνοιξη του ’43, ξεκινούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Βέρμιο. Στο άκουσμα ότι οι Γερμανοί ξανάρχονται, οι Μεσοβουνιώτες, και έχοντας το προηγούμενο της μεγάλης σφαγής το ’41, παίρνουν τα βουνά. Τους περισσότερους τους προλαβαίνουν οι Γερμανοί στη θέση Αϊ Παύλος, όπου υπάρχει μια σπηλιά που χωρούσε 50 άτομα περίπου. Όσοι έφτασαν πρώτοι μπήκαν, οι υπόλοιποι έμειναν έξω. Εκεί συνέλαβαν την Κασέλα με την μάνα της και τις τρείς αδελφές της. Εκεί είδαν το χάρο με τα μάτια τους που λένε. Οι Γερμανοί έστησαν ένα πολυβόλο απέναντι τους για να τους σκοτώσουν. Η μάνα μας η Τσινίκα έλεγε πως η Κασέλα μάς έκρυβε κάτω από τα φουστάνια της λέγοντας “μην κοιτάτε το πολυβόλο”. Τότε ο επί κεφαλής έδωσε εντολή να μην τους σκοτώσουν και ο στρατιώτης άδειασε το πολυβόλο στο βράχο απέναντι (σ΄απαυλί το κάς) ενώ η Κασέλα και οι αδερφές της ακούγοντας το κροτάλισμα του πολυβόλου έτρεμαν και έκλαιγαν από τον φόβο τους κάτω από τα φουστάνια της μάνας τους. Από κει οι Γερμανοί τους κατέβασαν στο χωριό και μετά στην Πτολεμαϊδα, τους έβαλαν  να μείνουν μέσα σε παραπήγματα που ήταν γεμάτα βρώμα ψείρα και δυσωδία, μη μπορώντας να ζήσουν εκεί πήγαν στο χωριό Ροδώνα και από κει στο Λιμνοχώρι της Φλώρινας. Κι εκεί τα ίδια πείνα, τρόμος, ζητιανιά. Εκεί τους βρήκε και η απελευθέρωση. Γυρίζουν στο χωριό, πάλι από την αρχή φτιάχνουν το σπιτικό τους, καλλιεργούν τα χωράφια,  αλλά τα βάσανα τους δεν έμελλε να τελειώσουν. Γίνεται η συμφωνία της Βάρκιζας και την εξουσία παίρνουν οι Άγγλοι με τους πρώην συνεργάτες των Γερμανών , αρχίζει ο δεύτερος γύρος, πιο βάρβαρος και αιματηρός. Το Μεσσόβουνο παρ΄ότι βαριά λαβωμένο και εξαθλιωμένο συνεχίζει να είναι αιμοδότης και βάση ανεφοδιασμού του ΔΣΕ στο Βέρμιο. Βλέποντάς τα αυτά οι νέοι κατακτητές, εκκενώνουν το χωριό και το μεταφέρουν στα Κομνηνά.  Εκεί, στο σπίτι του Λοϊζ, μεταφέρθηκε η οικογένεια της Κασέλας. Πάλι πείνα, πάλι τρόμος, πάλι απειλές κατά της ζωής τους έζησαν με τους Κομνηνιώτες. Το ’49 συλλαμβάνουν τον πατέρα της Παύλο οι Μάϋδες στα Κομνηνά. Στο δρόμο για την Πτολεμαϊδα έξω από τα  Κομνηνά στην προσπάθεια του να ξεφύγει ο πατέρας σκοτώνεται από μια ριπή ενός Μ.Α.Υ. Ο πόνος αβάσταχτος από τον χαμό του πατέρα , το βάρος συντήρησης της οικογένειας πέφτει πάνω στην μάνα που ήταν πλέον και γυναίκα και άντρας. Όργωνε κι έσπερνε, και στους κήπους και στα ζώα, από κοντά και τα παιδιά. Τι δεν τράβηξε αυτή η γυναίκα!
Με τους πατεράδες των περισσοτέρων συνομήλικων σκοτωμένους και με το τρομοκρατικό μετεμφυλιακο κράτος να μην τους αφήνει ούτε τους νεκρούς τους να κλάψουν (πού να κάνουν μνημόσυνα! - χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στον τόπο της θυσίας δεν υπήρχε τίποτα μέχρι το 1974! Ύστερα στήθηκε το μνημείο που θυμίζει τα αίσχη τα εγκλήματα και τις θηριωδίες του φασισμού), η Κασέλα μεγαλώνει, κοπέλα πλέον, και το 1954 παντρεύεται. Από τον γάμο της αποκτά 5 παιδιά: την Φωτεινή, τον Ηλία, την Κυριακή, την Δήμητρα και την Παναγιώτα, εκ των οποίων τα δυο πεθαίνουν: η Φωτεινή και η Δήμητρα. Με πενιχρά μέσα με πολύ δουλειά στο σπίτι και στα χωράφια στήνει το νοικοκυριό της  με πρωταρχικό μέλημα να μάθει τα παιδία της γράμματα να γίνουν άνθρωποι σωστοί στην κοινωνία. Παρ΄όλες τις δυσκολίες το μετεφυλιακο κράτος δεν την άφηνε σε ησυχία συχνά την καλούσαν στην ασφάλεια για να την τρομοκρατήσουν  και παρ όλες τις απειλές ποτέ της μα ποτέ δεν λύγισε, δεν αρνήθηκε τα πιστεύω της, τους δικούς της που είχε χάσει στο βουνό, ποτέ και σε κανέναν δεν έδωσε το δικαίωμα να πουν κουβέντα για τον πατέρα της, που δώσε τη ζωή του για μια καλύτερη ζωή πάνω στη γή.
Το 1982 γίνεται γιαγιά, έχει συνολικά 9 εγγόνια και όλα τα περιέβαλε με περισσή αγάπη και στοργή, πάντα με φαρδύ γλυκό χαμόγελο, το γλυκό τον λόγο πάντα με το (κουρπάν σε σέν’, και το λελεύσε η γιάγιάς πουλόπομ’). Όλα αυτά ξεχείλιζαν πηγαία μέσα από την ψυχή της. Το 1990 αρχίζουν τα προβλήματα υγείας, κι έτσι στις 24-11-07 έφυγε για πάντα από την ζωή, έτσι απλά, με το μεγαλείο του ανθρώπου που έζησε τη δυστυχία, το φόβο και τον τρόμο του πόλεμου, το θάνατο να την αγγίζει στα πιο τρυφερά της χρόνια, τους πολλούς ξεριζωμούς, αλλά και την ελπίδα για έναν κόσμο καλύτερο, χωρίς πόλεμους και ξεριζωμούς.
Να είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.
Αιώνια της η μνήμη.
http://kokkinhshmaia.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας