Επίκαιρα Θέματα:

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ενδοοικογενειακή βία: Δεν αρκεί να σπάει τη σιωπή της μια γυναίκα

Της Άννας Διαμαντοπούλου 

Το «Σπάστε τη σιωπή» ήταν αίτημα μιας άλλης εποχής που παραμένει δραματικά επίκαιρο. Σήμερα, ξέρουμε κάτι περισσότερο: το θάρρος μιας γυναίκας να μιλήσει δεν μπορεί να είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν από τη βία. Από τη στιγμή που θα μιλήσει, πρέπει να υπάρχει πίσω της ένα ολόκληρο τείχος προστασίας. Να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση προστασία και λογοδοσία 

Πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια, όταν ήμουν Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκινήσαμε μια πανευρωπαϊκή εκστρατεία κατά της βίας απέναντι στις γυναίκες. Την ονομάσαμε «Σπάστε τη σιωπή».


Η σιωπή ήταν τότε ένα από τα ισχυρότερα όπλα της βίας. Πίσω από κλειστές πόρτες κρύβονταν φόβος, ντροπή, εξάρτηση, παιδιά, οικονομική ανασφάλεια. Μαζί τους και η παλιά αντίληψη ότι όσα συμβαίνουν μέσα σε ένα σπίτι ανήκουν μόνο σε αυτούς που ζουν εκεί.
Περισσότερες γυναίκες σήμερα μιλούν. Πολλές ακόμη δεν τολμούν. Κάποιες καταγγέλλουν και ύστερα κάνουν πίσω, γιατί ο φόβος επιστρέφει, γιατί η εξάρτηση παραμένει, γιατί φοβούνται για τα παιδιά τους ή γιατί δεν αισθάνονται αρκετά ασφαλείς ώστε να φτάσουν μέχρι το τέλος.
Και υπάρχουν γυναίκες που μίλησαν και η καταγγελία τους έφτασε στις αρχές.
Η 44χρονη γυναίκα που δολοφονήθηκε στη Ροδόπη είχε ήδη καταγγείλει τον άνθρωπο που σήμερα κατηγορείται για τη δολοφονία της. Το 2022 είχε συλληφθεί για ενδοοικογενειακή απειλή σε βάρος της.
Τέσσερα χρόνια αργότερα εκείνη είναι νεκρή.
Και εδώ η συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στον δράστη. Υπάρχει ευθύνη της οργανωμένης Πολιτείας και, τελικά, της κυβέρνησης που έχει την πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία της. Τι συνέβη μετά την καταγγελία; Ποιος κράτησε το νήμα αυτής της υπόθεσης; Ποιος αξιολόγησε αν ο κίνδυνος παρέμενε; Ποιος θα έπρεπε να γνωρίζει έναν παλιό φάκελο όταν ο κίνδυνος επιστρέφει; Και ποιος βρίσκεται δίπλα σε μια γυναίκα όταν φοβάται τόσο, ώστε να θέλει να πάρει πίσω την καταγγελία της;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα που μπορούν να μείνουν αναπάντητα έπειτα από μία ακόμη γυναικοκτονία. Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις.
Θυμάμαι ακόμη μια γυναίκα περιφερειάρχη στην Ισπανία, εκείνα τα χρόνια, που είχε επιλέξει έναν ακραίο για πολλούς τρόπο αντίδρασης. Σε μια τεράστια οθόνη στην πλατεία δημοσιοποιούσε ονόματα και φωτογραφίες ανδρών που είχαν κακοποιήσει γυναίκες. Είχε ξεσπάσει μεγάλη συζήτηση. Τότε θεωρήθηκε από πολλούς υπερβολή.
Χρόνια μετά, και ενώ εξακολουθούμε να μετράμε δολοφονημένες γυναίκες, πιστεύω ότι πρέπει να ξανασυζητήσουμε χωρίς ταμπού και με όλες τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κοινωνία για να προστατεύσει μια ζωή. Ακόμη και τη δημοσιοποίηση στοιχείων καταδικασμένων δραστών ή ανθρώπων που έχουν κριθεί από τη Δικαιοσύνη ιδιαίτερα επικίνδυνοι.
Υπάρχει όμως και μια απουσία που γίνεται όλο και πιο αισθητή: ένα ισχυρό, οργανωμένο γυναικείο κίνημα.
Υπάρχουν οργανώσεις, αξιόλογες πρωτοβουλίες και δυνατές φωνές νέων γυναικών. Υπάρχουν γυναίκες μέσα στα κόμματα που αγωνίζονται και παρεμβαίνουν. Δεν αισθάνομαι όμως σήμερα εκείνη τη συλλογική δύναμη που κάποτε έβγαζε τη γυναίκα από τη μοναξιά της προσωπικής της ιστορίας και την έκανε μέρος ενός κινήματος. Μια δύναμη που έβαζε ζητήματα στην πολιτική ατζέντα, απαιτούσε νόμους, άλλαζε αντιλήψεις και ανάγκαζε τις κυβερνήσεις να λογοδοτούν και να αλλάζουν πολιτικές.
Σήμερα οι φωνές ακούγονται συχνά μόνες. Και η βία δεν αντιμετωπίζεται με μοναχικές φωνές.
Χρειαζόμαστε ξανά μια σύγχρονη, μαζική, διαγενεακή κίνηση γυναικών, πέρα από κομματικά σύνορα, που θα μετατρέπει τον θυμό σε συλλογική απαίτηση και θα κρατά το θέμα ψηλά κάθε μέρα — όχι μόνο την επομένη μιας γυναικοκτονίας. Μια κίνηση που θα απαιτεί από κάθε κυβέρνηση αποτελέσματα και όχι μόνο ανακοινώσεις, μέτρα και όχι μόνο διακηρύξεις.
Και από τη σημερινή κυβέρνηση απαιτούνται τώρα συγκεκριμένες απαντήσεις και συγκεκριμένες αποφάσεις.
Πρώτα, να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη μετά την καταγγελία του 2022. Πώς κινήθηκε η υπόθεση, ποιες υπηρεσίες την ανέλαβαν, ποιες αποφάσεις ελήφθησαν και τι εφαρμόστηκε.
Και μετά, να κλείσουν επιτέλους τα κενά που αφήνουν μια γυναίκα μόνη μετά την καταγγελία. Κάθε υπόθεση υψηλού κινδύνου να έχει συγκεκριμένο υπεύθυνο που την παρακολουθεί. Η εκτίμηση επικινδυνότητας να είναι υποχρεωτική και επαναλαμβανόμενη. Αστυνομία, Δικαιοσύνη και κοινωνικές υπηρεσίες να λειτουργούν ως ένα πραγματικό δίκτυο προστασίας, ώστε η πληροφορία να ακολουθεί τη γυναίκα και την υπόθεσή της και να μη χάνεται σε διαφορετικούς φακέλους και υπηρεσίες. Και να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει, υπό αυστηρές δικαστικές προϋποθέσεις, τη δημοσιοποίηση στοιχείων δραστών όταν η επικινδυνότητά τους το επιβάλλει.
Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, λογοδοσία με ονοματεπώνυμο και αρμοδιότητα. Όταν υπάρχει σοβαρή καταγγελία, πρέπει να γνωρίζουμε ποια υπηρεσία ανέλαβε την προστασία της γυναίκας, ποιος αξιολόγησε τον κίνδυνο, ποιες αποφάσεις πήρε και αν αυτές εφαρμόστηκαν.
Γιατί όταν ένα σύστημα έχει ενημερωθεί για τη βία και μια γυναίκα τελικά δολοφονείται, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρκείται στη διαπίστωση μιας ακόμη τραγωδίας. Οφείλει να ελέγχει τι δεν λειτούργησε, να αποδίδει ευθύνες και να το διορθώνει.
Το «Σπάστε τη σιωπή» ήταν ένα αίτημα μιας άλλης εποχής που παραμένει δραματικά επίκαιρο.
Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, ξέρουμε κάτι περισσότερο: το θάρρος μιας γυναίκας να μιλήσει δεν μπορεί να είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν από τη βία.
Από τη στιγμή που θα μιλήσει, πρέπει να υπάρχει πίσω της ένα ολόκληρο τείχος προστασίας. Αυτό το τείχος οφείλει να το εξασφαλίζει η κυβέρνηση και να λογοδοτεί όταν αποδεικνύεται διάτρητο.
Η βία όμως αρχίζει πολύ πριν από την καταγγελία. Μεγαλώνει μέσα σε αντιλήψεις, σε στερεότυπα, σε σχέσεις εξουσίας που περνούν από γενιά σε γενιά. Αφορά την παιδεία μας, την οικογένεια, τα πρότυπα που προβάλλουμε, τον τρόπο που μαθαίνουμε ένα αγόρι να αντιλαμβάνεται τη δύναμη και μια γυναίκα να υπερασπίζεται την ελευθερία και την αυτονομία της.
Γι’ αυτό η αντιμετώπισή της δεν είναι υπόθεση μόνο νόμων, αστυνομίας και δικαστηρίων. Είναι μια μεγάλη κοινωνική και πολιτισμική αλλαγή που πρέπει να ξαναμπεί στο κέντρο της δημόσιας ζωής.
Και εδώ βρίσκεται και η δική μας ευθύνη. Ως γυναίκες, ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί, ως πολιτικοί, ως κοινωνία. Να ξαναχτίσουμε συλλογικότητες, να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση προστασία και λογοδοσία, αλλά και να αλλάξουμε όσα γεννούν και αναπαράγουν τη βία.
Για να μη χρειάζεται μόνο να σπάμε τη σιωπή. Για να έχουμε κάποτε μια κοινωνία που δεν θα γεννά τον φόβο που την επιβάλλει. 

Πηγή: Protagon.gr

Το Προφίλ μας