του Ανδρέα ΤσιφτσιάνΗ επίσκεψη Τούρκων τουριστών είναι το ένα. Τίποτε το μεμπτό και κατακριτέο σε αυτό, εφόσον θέλουμε να πιστέψουμε στις αγνές προθέσεις τους. Ωστόσο, οι «περίεργες» δηλώσεις ιστορικών συμψηφισμών του Δημάρχου Σερβίων, που τη συνόδεψαν, είναι κάτι άλλο.
Η «πλούσια ιστορία» είναι, μεταξύ των άλλων, μια ιστορία αίματος, γενοκτονιών, βίαιων εξισλαμισμών, βιασμών, διωγμών, εκτοπίσεων και εγκλημάτων που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη του Λαού μας. Η «ανάδειξη και διατήρηση της κοινής μνήμης» προϋποθέτει την αναγνώριση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, η «κατανόηση των λαών» κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια εξιδανικευμένη, παραπλανητική και αγαπουλίστικη αφήγηση, η οποία συνεπάγεται την παράκαμψη του σεβασμού στα θύματα και την αποσιώπηση της κτηνωδίας.
Όταν εορτάζουμε τις ημέρες μνήμης κλίνουμε το γόνυ και ενώπιον των Τούρκων σιωπούμε;
Γίνεται λόγος από τον Δήμαρχο για τη «διατήρηση της ιστορικής μνήμης», την οποία, απ' ό,τι κατάλαβα, μοιραζόμαστε από κοινού. Προφανώς υπάρχει μια κοινή ιστορική μνήμη, εφόσον κάποια στιγμή συνυπήρξαμε. Ωστόσο, αυτό συνέβη στο πλαίσιο μιας ιστορικής σχέσης μεταξύ κατακτημένου και κατακτητή. Δεν έχουμε λοιπόν κοινή μνήμη και κοινή ιστορία με την έννοια του κοινού βιώματος και κοινού νοήματος αυτής της συνύπαρξης. Ήταν σχέση καταπίεσης και σκλαβιάς.
Συμψηφίζεται η δική μας ιστορική μνήμη με αυτή των Τούρκων!
Η πολιτιστική ανταλλαγή λοιπόν, μπορεί να αποτελέσει «γέφυρα επικοινωνίας», εφόσον δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη και στην επιλεκτική ανάγνωση του παρελθόντος, αλλά μόνο στην ιστορική ειλικρίνεια, την ιστορική ευθύνη, την αναγνώριση και τη μεταμέλεια. Η «κατανόηση των λαών» δεν επιτρέπεται να εξισώνει θύμα και θύτη και να συμψηφίζει ιστορικά γεγονότα, αν θέλει να είναι πραγματική συμφιλίωση και όχι ανιστόρητος εμπαιγμός. Η αναφορά, συγκεκριμένα, σε μια «πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές» καθίσταται κυνική, όταν αποσπάται από το πραγματικό ιστορικό της πλαίσιο. Η συνύπαρξη αυτή δεν ήταν μία ειρηνική συμβίωση, αλλά μία τυραννία αιώνων. Συνεπώς ούτε πολύτιμη είναι ούτε μπορεί να απευθύνεται στις επόμενες γενιές.
Θεωρώ ότι οι Τούρκοι τουρίστες έχουν καλή θέληση και δεν είναι αρνητές της Γενοκτονίας. Αλλά, μας είναι αδιάφορο αυτό; Διότι, θα έπρεπε να δεχθούμε με την ίδια άνεση και Γερμανούς τουρίστες, αδιαφορώντας αν δήλωναν αρνητές της ναζιστικής θηριωδίας (ή του Ολοκαυτώματος των Σερβίων), επικαλούμενοι την «ανάδειξη της ιστορικής μνήμης και πολύτιμης παρακαταθήκης» που μας άφησε η γερμανική κατοχή!
Υποθέτω, ότι εκτός από το τούρκικο σχολειό, ο Δήμαρχος περπάτησε μαζί με τους τουρίστες και την «117 Εθνομαρτύρων», ώστε να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της «πλούσιας ιστορίας» μας.
Πέρα όμως από τα παραπάνω, η επίσκεψη αυτήστο τούρκικο σχολειό ενέχει και μια άλλη, βαρύνουσα πολιτική διάσταση.
Είναι το ζονγκ πίσω από την κουρτίνα:
Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν αναφέρεται συχνά στην «πατρίδα της καρδιάς μας» ή στη «γεωγραφία της καρδιάς μας» ή στα «σύνορα της καρδιάς μας», επικαλούμενος την ύπαρξη μνημείων (όπως τεμένη, σχολεία κτλ.) εκτός της Τουρκίας, υποδηλώνοντας την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας, προκειμένου να νομιμοποιήσει μία πολιτική «ήπιας διείσδυσης».
Η Τουρκία εργαλειοποιεί ιστορικά μνημεία και τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο προπαγανδιστικό, εθνικιστικό και νεοοθωμανικό αφήγημα, στο πλαίσιο μίας παντουρκικής πολιτικής επιρροής.
Αυτή η στρατηγική είναι γνωστή ως Türk dünyası, δηλαδή ως «τουρκικός κόσμος» (ή «τουρκική οικουμένη»), απεικονίζει μια «ιστορική γεωγραφία» και βασίζεται σε συγκεκριμένους πυλώνες. Το υπόδειγμα αυτής της στρατηγικής επιβεβαιώνεται από πλείστα, συγκεκριμένα παραδείγματα (στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια), στα οποία, εξαιτίας της οικονομίας χώρου, δε θα αναφερθώ για την ώρα.
- Ο πρώτος πυλώνας είναι το αφήγημα της δημιουργίας ενός «ιστορικού χώρου», ο οποίος θέλει να αναδείξει μια συμβολική γεωγραφία επιρροής, τονίζοντας τους ιστορικούς δεσμούς με τις περιοχές «στόχους».
- Ο δεύτερος είναι η σύνδεση του παρελθόντος με τη σύγχρονη εξωτερική πολιτική. Η ανάδειξη, η αποκατάσταση και η χρηματοδότηση ενός μνημείου μετατρέπονται σε πολιτικό γεγονός, το οποίο δικαιολογείται εξαιτίας των «κοινών ιστορικών δεσμών».
- Ο τρίτος πυλώνας είναι η προβολή της Τουρκίας σε ρόλο «ενδιαφερόμενου προστάτη» και «φυσικού κληρονόμου» αυτής της «πολιτιστικής κληρονομιάς», η οποία και αποτελεί μέρος της «κοινής οθωμανικής ιστορίας», πράγμα που προσδίδει στην Τουρκία την ιδιαίτερη ευθύνη και υποχρέωση δημόσιας παρέμβασης για τη διατήρησή της.
- Ο τέταρτος πυλώνας είναι η διαφορετική ανάγνωση του παρελθόντος και η επιλεκτική ανάδειξη της ιστορικής μνήμης. Τα οθωμανικά μνημεία παρουσιάζονται στην εσωτερική κατανάλωση ως στοιχεία κατάκτησης, ενώ άλλα, χριστιανικά ή εθνικά μνημεία, αποστερούνται ενδιαφέροντος.
- Ο τελευταίος όμως πυλώνας έχει ενδιαφέρον, καθώς εφαρμόζεται η επίκληση στο συναίσθημα (λ.χ. η «συγκίνηση») για τη δημιουργία θετικής προδιάθεσης και αποδοχής από την τοπική κοινωνία. Οι «κοινοί ιστορικοί δεσμοί» αποκτούν, ξαφνικά, ανθρώπινο πρόσωπο! Ο στόχος είναι η δημιουργία συναντίληψης μιας «ιστορικής κοινότητας» μεταξύ Τούρκων και της τοπικής κοινωνίας, συνεκτικό στοιχείο της οποίας είναι η «κοινή συμβολική κληρονομιά». Το μοτίβο εδώ είναι χαρακτηριστικό: βασίζεται σε αφηγήματα όπως «έχουμε κοινή ιστορία», «εδώ είναι οι ρίζες των προγόνων μας», «μας συνδέουν κοινοί ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί», «δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτε», «είμαστε αδέλφια», για να καταλήξουμε κάποια στιγμή στο «η Τουρκία μπορεί να βοηθήσει».
Εύχομαι, ειλικρινά, να αποδειχθώ κακός μάντης, παρά μάντης κακών ειδήσεων. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και ξεπερνά αφελείς διατυπώσεις τοπικών αρχόντων.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι, αν Τούρκοι τουρίστες επισκέπτονται τον τόπο μας. Κι εμείς επιθυμούμε να κάνουμε το ίδιο στις δικές μας αλησμόνητες πατρίδες.
Όμως, το πρόβλημα δημιουργείται, όταν η προσωπική ή οικογενειακή ιστορία αρχίζει και αποκτά συλλογικό και πολιτικό νόημα και εντάσσεται σε ένα νεοοθωμανικό, προπαγανδιστικό αφήγημα, στο πλαίσιο κεντρικά σχεδιασμένης στρατηγικής ήπιας διείσδυσης. Συνεπώς, είναι άλλο πράγμα η πολιτιστική ανταλλαγή (η οποία και είναι καλοδεχούμενη) και άλλο πράγμα η προσχηματική πολιτιστική ανταλλαγή, πίσω από την οποία μπορεί να κρύβονται αλλότριες, μεγαλοοθωμανικές και φασιστικές ονειρώξεις.
Σε θέματα εθνικής ευαισθησίας, η άγνοια δεν απαλλάσσει από την ευθύνη κανέναν Δήμαρχο. Η ανεπαρκής γνώση τέτοιων ευαίσθητων ζητημάτων, η αδυναμία πολιτικής διαχείρησής τους και ο τρόπος προσέγγισης που αγνοεί τη βαρύτητα και σπουδαιότητά τους με επιζήμιες εντυπωσιοθηρικές διατυπώσεις, εκθέτει, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τον θεσμό που εκπροσωπεί.
Ανδρέας Τσιφτσιάν
Οικονομολόγος.
H δηλώσεις του Δημάρχου Σερβίων:
«Οι ρίζες δεν είναι σύνορα. Είναι γέφυρες. Και οι γέφυρες έχουν αξία όταν πάνω τους συναντιούνται άνθρωποι. Hδιατήρηση και η ανάδειξη της ιστορικής μνήμης αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Οι πολιτιστικές ανταλλαγές και οι επισκέψεις ανθρώπων που αναζητούν τις ρίζες τους, ενισχύουν την αμοιβαία κατανόηση και αναδεικνύουν τον Δήμο Σερβίων ως έναν τόπο με πλούσια ιστορία και ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα. Hιστορική μνήμη μπορεί να αποτελέσει γέφυρα φιλίας, αμοιβαίου σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης των λαών». Εύχεται «να έρθει η ημέρα που και οι Έλληνες θα μπορούν να επισκέπτονται τις αλησμόνητες πατρίδες των προγόνων τους με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια συγκίνηση».