Καραγιαννίδου Χρυσάνθη, Φιλόλογος
«Σε μια άκρη του Κοζανίτικου κάμπου προς τη Σιάπκα, κοντά στα στενά της Πόρτας, βρισκόταν άλλοτε η όμορφη πολιτειούλα Σέρβια. Δεν πρόβαλλε καμιά απαίτηση η πόλη μας, βρέθηκε μοναχά πάνω στον αυτοκινητόδρομο που ενώνει τη Βόρειο Ελλάδα με τη Θεσσαλία, έναν δρόμο που πέρασε κοντά της για να της φέρει την πρόοδο.
Αυτό ήταν το μοναδικό έγκλημά της. Περήφανα την καμάρωναν τα Πιέρια, καμάρι την είχαν τα Καμβούνια, της χαμογελούσε το ηλιόλουστο Βέρμιο, κι ο Αλιάκμονας πιο πέρα τη χαιρετούσε με το θολό και ήρεμο ρέμα του. Τώρα μια πένθιμη σιωπή τη σκεπάζει. Δίνει τον πένθιμο τόνο σ` όλη την άπλα του Κοζανίτικου κάμπου. Νεκρούπολη σωστή.» Αυτά έγραφε η Εφημερίδα Νίκη, της Κοζάνης, 30 Σεπτ. 1943
6 Μαρτίου 1943: η αποφράς ημέρα για τα Σέρβια. Η ημέρα που συντελέστηκε η ολοκληρωτική καταστροφή της όμορφης πόλης μας, το Ολοκαύτωμα.
Το ολοκαύτωμα των Σερβίων είναι ένα ιστορικό γεγονός που μένει ανεξίτηλο στη μνήμη και στην καρδιά μας και έτσι πρέπει να το διατηρήσουμε με αξιοπρέπεια και αίσθημα ευθύνης στις επερχόμενες γενεές. Αν η γνώση και η μελέτη της Ιστορίας γενικά οδηγεί στην αυτογνωσία, πολύ περισσότερο σημαντικό είναι η γνώση της τοπικής ιστορίας καθώς υπάρχει προσωπική του καθενός σχέση με πρόσωπα και γεγονότα.
Τα Σέρβια είναι από τις πλέον μαρτυρικές πόλεις της Ελλάδος και δυστυχώς ελάχιστα αναγνωρίζεται (έως καθόλου).
Εκτός από την όμορφη κωμόπολη, που μετατράπηκε σε ένα απέραντο νεκροταφείο, μια μικρή Πομπηΐα, ο αριθμός των νεκρών την εβδομάδα του Ολοκαυτώματος μπορεί να ήταν σχετικά μικρός (γύρω στους πενήντα), όμως τα δεινοπαθήματα των Σερβιωτών κατά τη διετία της νεκράς ζώνης,που ακολούθησε, οι ταλαιπωρίες και οι κακουχίες ήταν σε τέτοιο βαθμό, που πολλούς που γλίτωσαν από τη γερμανική ή την ιταλική θηριωδία τους οδήγησαν στο θάνατο.
Σχετικές μαρτυρίες: «Η συνεχής υγρασία και η μπούντα δίπλα στο ποτάμι και το δάσος καθώς και τα κουνούπια μας αρρώστησαν όλους. Ο μικρότερος γιος του Θ. Χατζημπάρα δεν άντεξε και τον θάψανε εκεί στην ποταμιά, όπως και την αγαπημένη μας γιαγιά Μαρία».
«Οι δυστυχείς κάτοικοι ηναγκάσθησαν να καταφύγουν εις τα πλησιέστερα δάση, όπου περιάγουν γυμνά και ισχνά τα σώματά των υπό τα δένδρα υπό τα οποία αναγκάζονται να θάπτουν τα αποθνήσκοντα τέκνα των και να κοιμώνται τα εν τη ζωή ακόμη διατηρούμενα», μας διασώζει η περιγραφή ενός εγγράφου της Υπηρεσιακής επιτροπής περιθάλψεως πυροπαθών και παθόντων Δυτικής Μακεδονίας.
«Ήταν τόσο τραγική η διαβίωσή τους, ώστε παρατηρήθηκαν περιπτώσεις, γονείς να σκάβουν με τα χέρια τους λάκκους για να θάψουν τα παιδιά τους, που δεν άντεξανστις κακουχίες, τις στερήσεις και την πείνα… Πολλοί στο βουνό ζούσαν σε τρώγλες και σπήλαια.» γράφει και ο Κίμων Κοεμτζόπουλος.
Γι’ αυτό και δεν μιλούμε για συγκεκριμένο αριθμό θυμάτων κατά το ολοκαύτωμα. Σχεδόν κάθε οικογένεια έχει το δικό της θύμα, κάποιες και όχι μόνο ένα.
Επί πλέον, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο κακό, χάθηκε ένας ολόκληρος πολιτισμός, χάθηκε πολύτιμο ανθρώπινο οικοσύστημα που χρειάστηκε ίσως αιώνες για να διαμορφωθεί, σχέσεις και δραστηριότητες πολύμορφες που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της πόλης, της γειτονιάς, της οικογένειας …Τα Σέρβια φημίζονταν για την αρχοντιά τους, την αρχοντιά των νοικοκυριών και την αρχοντιά των ανθρώπων. Αυτά χάθηκαν μέσα στις φλόγες. Κάηκαν όλα τα αρχεία της πόλης, οι φωτογραφίες των αγαπημένων προσώπων, τα οικογενειακά κειμήλια. Έμειναν οι άνθρωποι γυμνοί από αντικείμενα και από ιστορία. Οι κατακτητές δε σεβάστηκαν ούτε τις εκκλησίες ούτε τα βυζαντινά μνημεία.
Χαρακτηριστική η επιστολή του ιατρού Αριστείδη Χρηστάκη προς το Υγειονομικό Κέντρο Κοζάνης
«Επανακάμψας εις τα ελεύθερα μεν Σέρβια, αλλά κυρίως ειπείν εις άμορφους σωρούς ερειπίων, εις τα Σέρβια τα εμφανίζοντα την απαίσιανόψιν αγρίως παραμορφωμένου πτώματος ,… με τους δρόμους αγνώριστους όπου "λίθος και πλίνθος και κέραμος ατάκτως ειπείν ερριμμένα" και γενικώς τα παρουσιάζοντα εικόνα φρικτοτέραν της αρχαίας Πομπηίας, αισθάνομαι ιεράν την υποχρέωσιν και επιτακτικόν το καθήκον …να βροντοφωνήσω με φωνήν που ίσως θα έπρεπε να διακόπτηται υπό λυγμών ότι ιερόν προβάλλει το καθήκον εις το Κράτος, … όπως στρέψωσι οπωσδήποτε παρήγορον αλλά προπαντός γενναιόδωρον το βλέμμα και την προσοχήν των προς την γωνίαν ταύτην της γης…»
Στο ίδιο πνεύμα και η δήλωση του υπουργού Βορ. Ελλάδος Ανδρέα Ν. Στράτου, το 1953 «Περιόδευσα ολόκληρον την ΔυτικήνΜακεδονίαν … και διεπίστωσα προσωπικώς την υφισταμένηνκατάστασιν και ιδίως την τραγικότητα εις δύο περιοχάς. Ήτοι της ορεινής περιοχής της Καστοριάς … και εις την εγκαταλελειμμένη περιοχή των Σερβίων, όπου … μόνον 72 (οικίαι) ανηγέρθησαν, οι δε υπόλοιποι κάτοικοι ζουν εις παραπήγματα και εις πρόχειρα στέγαστρα Ομολογώ ότι ουδέποτε ανέμενονεγκατάλειψιν τοιαύτης εκτάσεως…»
Η εγκατάλειψη της πόλης φαίνεται και στην επιστολή του Βουλευτή Κοζάνης Διονύσιου Μανέντη προς τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα, το Δεκέμβρη του 1951 στον οποίο λέει ότι έχουν υποχρέωση να ξαναχτίσουν τα Σέρβια, την ιστορικήν πόλιν που «χωρίς αιτίαν, χωρίς καν το κατακτητικόν δικαίωμα μιας και τα Σέρβιαυπήγοντο στη Γερμανική ζώνη Κατοχής, άρχισε με πρωτοφανή λύσσα να πυρπολεί τα σπίτια, τα σχολεία, τις εκκλησίες, τα πάντα. Απηνθρακώθησαν γέροντες, εκάησαν μικρά βρέφη και εν συντομία η άλλοτε όμορφη πολιτειούλα των Πιερίων με τα ξακουστά αρχοντόσπιτα μετεβλήθη εις καπνίζοντα ερείπια.» …
Αυτού του γεγονότος τελούμε ανάμνηση σήμερα, αποδίδοντας την ελάχιστη τιμή στη μνήμη των συμπολιτών μας, που χάθηκαν από την άδικη, έτσι κι αλλιώς, συμπεριφορά του κατακτητή. Αλλά και τιμώντας τους ανθρώπους που η αγάπη για τον τόπο τους τους κράτησε στα ερείπια και στα αποκαΐδια και ξανάφτιαξαν την πόλη τους, μόνοι, χωρίς την βοήθεια και την στήριξη κανενός, ούτε καν την αναγνώριση καλά-καλά, ως μαρτυρικής πόλης.
Αυτό ας είναι το μήνυμα για όλους μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου