Επίκαιρα Θέματα:

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Εκδοχές παρακράτους

Του Ευάγγελου Βενιζέλου*
Το σκάνδαλο των υποκλοπών συνιστά μια παράμετρο του δημόσιου βίου ήδη τέσσερα χρόνια, από το καλοκαίρι του 2022, όταν αποκαλύφθηκε η πρώτη όψη του ως σκάνδαλο «νόμιμων επισυνδέσεων» με παραγγελία της ΕΥΠ, έως την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την εγκατάσταση και χρήση του κακόβουλου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Μεσολάβησαν οι εκλογές του 2023. Η νίκη της ΝΔ και ο σχηματισμός νέας «αυτοδύναμης» κυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί ως πολιτική απόσβεση της ποινικής ευθύνης σε επίπεδο πολιτικών προσώπων εν ευρεία εννοία. Η προσέγγιση αυτή άντλησε επιχειρήματα και από δημοσκοπικά ευρήματα που έδειχναν μικρή βλαπτική επιρροή του ζητήματος των υποκλοπών σε βάρος της κυβέρνησης. Πρόκειται για έναν ενδιαφέροντα συνδυασμό μοιρολατρίας (αποδοχή της θεωρίας ότι είναι αδύνατη ή μάταιη η αντίδραση απέναντι σε παραβιάσεις του απορρήτου των επικοινωνιών που γίνονται παντού και πάντοτε ως μηχανισμός προστασίας είτε του κράτους για λόγους εθνικής ασφάλειας, είτε της κοινωνίας έναντι του οργανωμένου εγκλήματος, είτε έστω της εκάστοτε κυβέρνησης) και μιθριδατισμού (στάγδην απονεύρωσης των κοινωνικών ανακλαστικών).
Θυμίζω πολύ συνοπτικά. Οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες διερεύνησης παρεμποδίστηκαν επίμονα, η ΑΔΑΕ «εξοντώθηκε» λειτουργικά, τα ευρήματα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έμειναν αναξιοποίητα καθώς η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αρχειοθέτησε την υπόθεση. Παρόλα αυτά υπήρξε μια δικονομική ρωγμή. Παραπέμφθηκαν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών οι εμπλεκόμενοι στο Predator.
Εδώ εισέρχεται στην εικόνα το μεγαλείο του ποινικού ακροατηρίου και της δυναμικής που αυτό μπορεί να αναπτύξει. Μία δικονομικά οριοθετημένη δίκη στο κατώτερο ποινικό δικαστήριο, λειτουργεί ως μηχανισμός εις βάθος διερεύνησης, αποκάλυψης και καταγραφής πτυχών της συνολικής υπόθεσης των υποκλοπών και των διασυνδέσεων προσώπων, γεγονότων και καταστάσεων που δεν θέλησε να αγγίξει και πολύ περισσότερο να αναδείξει η κοινοβουλευτική και η εισαγγελική έρευνα που αφαιρέθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και μεταφέρθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Όλη αυτή η επίμονη και εργώδης προσπάθεια πρόωρου τερματισμού της έρευνας, η ψήφιση νέου νόμου, ο ευνουχισμός των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ο ευτελισμός του θεσμού των ανεξάρτητων αρχών, η άμεση εμπλοκή της Εισαγγελίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα αυτάρεσκα επιχειρήματα περί «κοινωνικής αδιαφορίας» και παντοδυναμίας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, σαρώθηκαν επειδή διεξήχθη δημόσια μια δίκη επιπέδου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με έναν δικαστή και έναν εισαγγελέα που απλώς τήρησαν τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σεβάστηκαν την κοινή λογική και τη δικαστική ιδιότητά τους που περιβάλλεται από ισχυρές συνταγματικές και διεθνείς εγγυήσεις.
Το Δικαστήριο δίκασε τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους για τις συγκεκριμένες πλημμεληματικές κατηγορίες που τους είχαν απαγγελθεί. Συγκροτήθηκε όμως παράλληλα ένα εντυπωσιακό σε όγκο και πυκνότητα σώμα πρακτικών που περιγράφει ή έστω αγγίζει πολλές όψεις του πολυπρισματικού και πολυεπίπεδου σκανδάλου των υποκλοπών που κατά παράβαση του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και της σχετικής νομοθεσίας διαπράχθηκαν από το 2020 και μετά. Όπως δήλωσα μετά την έκδοση της απόφασης, η ακροαματική διαδικασία υπερύψωσε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (πρόεδρος Νικόλαος Ασκιανάκης, εισαγγελέας Δημήτριος Παυλίδης ) στο επίπεδο του υποδείγματος για τα υψηλά κλιμάκια της δικαιοσύνης. Και θέτει την εισαγγελική αρχή ενώπιον της υποχρέωσης να μελετήσει και να αξιολογήσει ποινικά τον πλούτο των πρακτικών της δίκης αυτής που αποκάλυψε τα εντυπωσιακά κενά της έως τώρα διερεύνησης, κοινοβουλευτικής και εισαγγελικής.
Όλα αυτά συντρέχουν με τις δικανικές εξελίξεις που αναμένονται στην υπόθεση των Τεμπών και με την προφανή αντίφαση μεταξύ ποινικής προδικασίας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και διαδικασίας ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Κυρίως συμπίπτουν με εύκολες ρητορείες για την αναβάθμιση των θεσμών, μετά βεβαίως το τέλος της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος που, ως γνωστόν, μπορεί να συντελεστεί από την επόμενη Βουλή. Η σύμπτωση αυτή προσδίδει τις πραγματικές, δηλαδή, τις μικρές διαστάσεις που έχουν τα ανέξοδα λόγια όταν συγκρίνονται με παραβατικές συμπεριφορές που αφορούν θεμελιώδεις εγγυήσεις του δημοκρατικού κράτους δικαίου.
Ευτυχώς στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των εγγυήσεων του κράτους δικαίου το εθνικό Σύνταγμα και οι εγγυητικοί θεσμοί όπως οι ανεξάρτητες αρχές, διαθέτουν τον προστατευτικό θώρακα του «επαυξημένου Συντάγματος» όπως αυτό συγκροτείται μέσα από τη σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ( και άρα τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ) και το Δίκαιο της ΕΕ ( και άρα τη νομολογία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου ) ερμηνεία. Οι εκδοχές παρακράτους που καταγράφηκαν στα πρακτικά της δίκης των υποκλοπών παραβιάζουν και το «επαυξημένο Σύνταγμα» γιαυτό έχει σημασία η διαπίστωση ότι υπάρχουν δικαστές και στην Αθήνα και στο Στρασβούργο και στο Λουξεμβούργο, η αρμοδιότητα των οποίων δεν λήγει με τη θητεία της παρούσας Βουλής. -
* Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ.
 
Άρθρο για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας