Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το σκάνδαλο των υποκλοπών είναι μια πρωτόδικη απόφαση, κατά της οποίας ήδη έχει ασκηθεί έφεση. Αυτό σημαίνει ότι οι καταδικασθέντες «ιδιώτες» τεκμαίρονται αθώοι και έχουν ακόμη την ιδιότητα του κατηγορούμενου. Βέβαια, το τεκμήριο αθωότητας των πρωτόδικα καταδικασθέντων στην βαρύτερη δυνατή ποινή δεν σημαίνει ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να σχολιαστεί, θετικά ή αρνητικά ή ότι δεν μπορούν να διατυπωθούν νομικά και πολιτικά συμπεράσματα από αυτήν.
Όμως, τα σοβαρότερα νομικά και πολιτικά συμπεράσματα δεν προκύπτουν από την καταδικαστική απόφαση, αλλά από την απόφαση του δικαστηρίου να διαβιβαστεί η δικογραφία για περαιτέρω έρευνα. Και η απόφαση αυτή προφανώς δεν σχετίζεται με το τεκμήριο αθωότητας, ούτε με την τελεσιδικία, και έχει ήδη επιφέρει αποτελέσματα και στον πραγματικό και στον νομικό κόσμο.Το πρώτο και πιο σημαντικό είναι ότι επιβάλλει την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, στο οποίο την έστειλε ο κ. Ζήσης με την θερμή στήριξη της κυρίας Αδειλίνη. Αν και η κυβέρνηση πανηγύρισε τότε την «απόφαση της Δικαιοσύνης» («Η Δικαιοσύνη μίλησε και παρουσίασε το ενδελεχές και εμπεριστατωμένο αποτέλεσμα της έρευνάς της» ήταν το κυβερνητικό σχόλιο) και άμεσα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα, όπως ο πρώην γ.γ. του πρωθυπουργού, την εμφάνισαν ως «αθώωση», τίποτα τέτοιο δεν συνέβαινε. Η αρχειοθέτηση δεν αποτελεί δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ ο εισαγγελέας ανασύρει την δικογραφία από το αρχείο «όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών». Τα όσα προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία επιβάλλουν την ανάσυρση και θα την επέβαλαν ακόμη κι αν το δικαστήριο δεν διαβίβαζε στην εισαγγελία την έκθεσή του για τα γεγονότα που μπορούν να χαρακτηριστούν αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα. Η πρόταση όμως του εισαγγελέα για την διαβίβαση και η σύμφωνη ενέργεια του δικαστή ασφαλώς ισχυροποιούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό την θέση αυτή περί άμεσης ανάσυρσης. Από εδώ και πέρα, οποιαδήποτε παράλειψη των αρμοδίων να διερευνήσουν την υπόθεση σε βάθος και ιδίως για τα πιθανά και σοβαρότατα αδικήματα κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος και της εθνικής ασφάλειας θα αποτελεί συνειδητή και κραυγαλέα συγκάλυψη και μάλιστα σε κοινή θέα.
Το δεύτερο, αλλά καθόλου ασήμαντο επίσης, είναι ότι πέρα από τα όσα ήδη υποτίθεται είχαν ερευνηθεί από τον κ. Ζήση, ανέκυψαν και ενδείξεις για άλλα εγκλήματα. Οι καταθέσεις για εκ των προτέρων ενημέρωση των μαρτύρων στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για της ερωτήσεις που θα δεχθούν και η υπόδειξη των απαντήσεων καθώς και οι καταθέσεις για διαβεβαιώσεις προς τους εμπλεκομένους ότι «όσο κυβερνά η Νέα Δημοκρατία να μην φοβούνται τίποτα» αλλά και οι πιθανές ψευδομαρτυρίες τόσο στην δίκη, όσο και στα προηγούμενα στάδια, σε συνδυασμό με την ανεξήγητη σιωπηρή αποδοχή της παρακολούθησής τους από κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, επιβάλλουν ενδελεχή έρευνα για την ύπαρξη συνωμοσίας για την συσκότιση της διερεύνησης του σκανδάλου και την συγκάλυψη των ποινικών ευθυνών των αυτουργών, φυσικών και ηθικών.
Και το τρίτο νομικοπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι είτε έχουμε ένα παρακράτος σε πλήρη λειτουργία, είτε ένα κράτος σε παράλυση. Είναι αδιανόητο ότι «ιδιώτες» με δεσμούς με ξένα κράτη και συναλλαγές με ξένες μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν κορυφαίους υπουργούς και στελέχη σε κρίσιμα μάλιστα για την εθνική ασφάλεια υπουργεία, αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, δικαστικούς σε επίσης κρίσιμες θέσεις, αγνοούμε μέχρι και τώρα για λογαριασμό ποιων το έκαναν και σε ποιων χέρια βρίσκεται σήμερα το προϊόν των παρακολουθήσεων και η Δικαιοσύνη στα ανώτατα κλιμάκιά της, η κυβέρνηση και οι μυστικές της υπηρεσίες και η ίδια η Βουλή ασκώντας εξεταστικές αρμοδιότητες, το μόνο που έκαναν μέχρι σήμερα είναι να οδηγήσουν στο Πλημμελειοδικείο τέσσερεις «ιδιώτες» με την κατηγορία του «κουτσομπολιού». Αν δεν μετείχαν στο έγκλημα, τότε είναι επικά άχρηστοι, τρίτη επιλογή δεν υπάρχει. Ασχέτως αν το Πλημμελειοδικείο, και ευτυχώς για μας και την Δημοκρατία μας, αποδείχθηκε ικανότερο και γενναιότερο και από τα υψηλότερα κλιμάκια της Δικαιοσύνης και από την Βουλή και από τους άβουλους παρακολουθούμενους υπουργούς και στρατηγούς και ίσως, χάρη σε έναν δικαστή κι έναν εισαγγελέα με χαμηλό μεν βαθμό, αλλά υψηλή όπως αποδείχθηκε αίσθηση καθήκοντος, κάποτε μάθουμε τι έγινε και ποιος το έκανε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου