Σαββατόβραδο στη πόλη μας κι’ ανηφορίζοντας στο πάρκο του Άι’ Δημήτρη, οι ανάσες βάραιναν στη βιασύνη μας να φθάσουμε έγκαιρα στην Αίθουσα Τέχνης. Βλέπετε δεν είχαμε φροντίσει από νωρίς να προμηθευτούμε εισιτήρια για τη συναυλία «αφιέρωμα στον Ηλία Ανδριόπουλο» από τη Χορωδία Δωματίου Κοζάνης και ανησυχούσαμε με τη γυναίκα μου μήπως εξαντληθούν τα εναπομείναντα και μείνουμε εκτός νυμφώνος.
Μετά την ανακούφιση της εξασφάλισης θέσεων, μπόρεσα να προσέξω και να χαιρετίσω φίλους και γνωστούς που είχαν κατακλύσει τον προθάλαμο της Αίθουσας, περιμένοντας να τους επιτραπεί η είσοδος. Ένας κόσμος φορτωμένος με τα ηλικιακά «ήντα», έδειχνε να ζει στην προσμονή των αναμνήσεων και φυσικά και εγώ μαζί τους. Ήταν μέρες της «ώριμης» νιότης που πρωτακούσαμε από τις μαγικές φωνές της Σωτηρίας Μπέλου, του Αντώνη Καλογιάννη, της Άλκηστις Πρωτοψάλτη, της Μαργαρίτας Ζορμπλά, συγνώμη αν μου διαφεύγει κάποιος, τις μελωδίες ενός νέου άγνωστου συνθέτη. Μέχρι να τον μάθουμε, ήδη «ο δεκαπεντασύλλαβος απλώνει σαν αγκαλιά και σαν κληματαριά…» και γεμίζει τις ψυχές μας και μας παίρνει σαν τον «αγέρα στους δρόμους» και μας ταξιδεύει. Μας ταξιδεύει στα νέα μουσικά ακούσματα που μας συστήθηκε ο Ηλία Ανδριόπουλος, σε νέους ποιητικούς προορισμούς που μας γεμίζουν με συναισθήματα από τους στίχους του Νίκου Γκάτσου, του Μάνου Ελευθερίου, του Μιχάλη Μπιρμπίλη, του Οδυσσέα Ελύτη.
Βολευτήκαμε, όπως βολευτήκαμε στις θέσεις μας και πιάσαμε τα κινητά πριν ξεκινήσει η συναυλία να ενημερώσουμε τα παιδιά μας με τη γυναίκα μου, ότι θα βάλουμε σίγαση, λόγω της συναυλίας, μην μας πάρουν και δεν μας βρίσκουν. Τότε πληροφορήθηκα ότι οι εγγονές μου ανησυχούσαν μήπως η γιαγιά τους δεν γνώριζε ότι απόψε ήταν και o «διαγωνισμός» της Eurovision. Στην έκπληξή μου, ο γιός μου χαμογέλασε και μου ευχήθηκε απλά, να περάσουμε καλά. Πάνε χρόνια που έχω να παρακολουθήσω αυτόν τον διαγωνισμό. Πρώτον γιατί δεν καταλαβαίνω στην εξέλιξή του τι διαγωνισμός είναι; Λένε μουσικός… Με βρίσκει δύσκολο να τον αντιληφθώ. Λένε παρουσίας… Δεν με συγκινεί η εικόνα τους. Πιο πολύ μου φέρνει σ’ έναν ανταγωνισμό σχέσεων που διαγκωνίζονται τα κράτη για την εύνοια των υπολοίπων. Αν αυτό λέγεται Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, επιτρέψτε μου να προσβλέπω σε κάτι καλύτερο. Ίσως να φταίω κι’ εγώ που αρνούμαι να τον αντιληφθώ και να προσαρμοστώ. Ίσως, ίσως να φταίει αυτό που λένε «χάσμα γενεών».
Χωρίς ιδιαίτερη καθυστέρηση, πράγμα που δείχνει και τον σεβασμό στο κοινό (Ένας ακόμα πολιτισμός, πόσοι αλίμονο το τηρούν), τα φώτα χαμήλωσαν και στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα οι μελωδίες από την ορχήστρα και την υπέροχη χορωδία υπό την διεύθυνση της κ. Έμη Τσιούρα- Δημοπούλου, ξεκίνησαν να μας ταξιδεύουν. Κάπου εκεί ο χρόνος χάθηκε, ο χώρος γέμισε μουσικά από «μυρωδιές κι’ αρώματα» που μας γύρισαν κάμποσα χρόνια πίσω, μέχρι να μας συνεφέρει η εξαιρετική ερμηνεία της κ. Δώρα Μπάκα και να μας αφήσει με κομμένες τις ανάσες. Η βραχνή γεμάτη έννοιες και χρώματα φωνή του Γρηγόρη Βαλτινού μας υπέβαλε σ’ ένα κλίμα μυσταγωγίας που μόνο εμείς οι ηλικίες των «ήντα» μπορούσαμε να μεταλάβουμε. Τα χειροκροτήματα του κόσμου παρά τον ενθουσιασμό τους ήταν σύντομα, σαν να μην ήθελαν να διακόψουν, να στερήσουν το χρόνο από αυτές τις φανταστικές ερμηνείες όλων των συντελεστών.
Μη με ρωτήσετε πόσο διήρκεσε η συναυλία. Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος, μπορεί κάποιες ώρες, κάποια χρόνια που κινηματογραφικά πέρασαν απ’ το νου κι’ απ’ την καρδιά μας, κάποια λεπτά που κράτησαν «Μια αιωνιότητα μια ζωή» παραφράζοντας τον μεγάλο μας Θόδωρο Αγγελόπουλο. Εκείνο που μπόρεσα να συγκρατήσω ήταν την ευγενική παρουσία του μεγάλου δημιουργού, που συγκινημένος μας ευχαριστούσε αναφέροντας τα παλιότερα περάσματά του από την πόλη μας, σαν να μας υποσχόταν όταν τα φώτα της ράμπας έπεφταν, ότι «Θα μας ξανάβρει στους μπαξέδες τρείς του Σεπτέμβρη…». «Γι’ αυτό μην κλαίς και μην λυπάσαι που βραδιάζει…».
Μαγκλάρας Βασίλης 17/5/2026 magklarasvas@yahoo.gr