Επίκαιρα Θέματα:

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Αγιασμένα ύδατα

Του Βασίλη Μαγκλάρα
Ήταν κι’ αυτό το ξεροβόρι που σε ξεπάγιαζε και άσπριζε τα κύματα, καθώς έσπαγαν παφλάζοντας στους μικρούς κολπίσκους του Κορινθιακού, στα ψαροχώρια της Αιγιάλειας. Στο ουζερί του Καμποτά, κάποιοι ψαράδες που δεν τους χώραγε ο τόπος τους, πήγαν να ξελαμπικάρουν το βλέμμα τους  κοιτώντας την ανταριασμένη θάλασσα και ν’ αλλάξουν καμιά κουβέντα μεταξύ τους, πριν κλειστούν στη βουβαμάρα του σπιτιού τους.
Στο μικρό λιμανάκι πίσω απ’ τ’ ακρωτήρι στις αλυκές, οι βαρκούλες δεμένες στ’ αγκυροβόλι τους λικνίζονταν ανέμελες στη φουσκοθαλασσιά. Όλα έδειχναν βολεμένα στου καιρού το πρόσταγμα, μόνο ο Στεφανής απ’ όλο το σινάφι πηγαινορχόταν νευρικά στη μικρή προβλήτα που είχε τραβήξει τη βάρκα του σαν να περίμενε κάτι. Είχε φορτώσει απ’ τα ξημερώματα στη ψαρόβαρκα το «εμπόρευμα» - Λάδια και εσπεριδοειδή, για να τα πάει απέναντι στη Ρούμελη και να τ’ ανταλλάξει με σφαχτά.                                                                                                                                  

   Πάνε κάποια χρόνια που έκανε αυτό το νταραβέρι με τους απέναντι, ειδικά την περίοδο των Γιορτών και έτσι συμπλήρωνε το έσοδο του σπιτιού. Από τότε που χάθηκε ο πατέρας του ο καπετάν Ζόρικος όπως τον λέγαν στο χωριό, γιατί δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του,  ο Στεφανής είχε αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις  της οικογένειας συν τα χρέη του Πατέρα του απ’ τα Δάνεια για το γριγρί, που τον έφαγαν. Αρρώστησε από το ξορκισμένο όπως μουρμούριζαν οι χωριανοί, φοβούμενοι και να το αναφέρουν και έσβησε σαν το σούρουπο στη νύχτα. Το πάλεψε ο Στεφανής να μην λερωθεί η μνήμη του καπετάν Ζόρικου και είχαν να λένε στο χωριό για την αξιοσύνη του, αλλά και το αγύριστο πείσμα του. Κράτησε απ’ όλο το γριγρί την αγαπημένη του ψαρόβαρκα τη ΜΟΡΦΩ και μ’ αυτήν πάλευε να τα φέρει βόλτα εξοφλώντας πιστωτές και συντηρώντας το σπιτικό τους. Η έρμη Μάνα του η Αργυρώ, από καπετάνισσα έγινε κεντήστρα για να συμπληρώνει το κάτι τις πάρα πάνω, συμβάλλοντας κι’ αυτή με τον τρόπο της.                                                                                                 

   Εκεί στην προβλήτα τον πρόλαβε η Μάνα του το Στεφανή να στριφογυρνά σφίγγοντας τα χείλη του να μην ξεστομίσει καμιά βρισιά χρονιάρα μέρα, μιας και των Φώτων η αυριανή. Περίμενε και τον ψυχογιό της Κώσταινας να τον συνοδεύσει όπως συνεννοήθηκαν από την προηγουμένη, για να βγάλει κι’ αυτός το χαρτζιλίκι του, αλλά φαίνεται τον πλάκωσε το πάπλωμα.                                                                                                                                                    

 –Στεφανήηη, του φώναξε η Αργυρώ, κοιτώντας τον να λύνει τον κάβο της ψαρόβαρκας με το που την είδε.                                                                                                                                                                       

 –Τι θες ρε Μάνα; Αντιμίλησε ο Στεφανής και μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του συμπλήρωσε. -Δεν τάπαμε; Πάλι ξανά μανά τα ίδια. Φόρτωσα τώρα, τ’ απόγευμα το πολύ θα είμαι πίσω, έσπευσε να την καθησυχάσει.                                                                                   

 - Στάσου βρε ψυχούλα μου. Που θα πας Γιορτάδα μέρα; Ο καιρός αγρίεψε… Τι είναι τούτη η αποκοτιά που με βρήκε πάλι, μονολόγησε και έκανε το Σταυρό της απελπισμένη.                                                         

Αγύριστο κεφάλι ο Στεφανής. Έλυσε την ψαρόβαρκα βιαστικά και μ’ ένα πήδημα έκατσε πίσω στην τιμονιέρα, δίνοντας όλα τα γκάζια στη μηχανούλα της.                                                     

 Η κυρ’ Αργυρώ έμεινε να τον κοιτά ν’ απομακρύνεται ώσπου φαινόταν μια κουκίδα στη μανιασμένη θάλασσα. Κάνοντας το σημείο του Σταυρού με τα δάχτυλά της, προσευχόταν η Αυριανή Μέρα των Φώτων να φώτιζε τη ρότα του παιδιού της, κι’ η Παναγιά να συμμεριστεί τους φόβους της. Έχασε τον άντρα της, μη μαυροφορέσει και για το μοναχογιό της.                                                                                                                           

   Σκληρό καρύδι ο Στεφανής είχε πάρει από τον Πατέρα του, την πάλευε τη θάλασσα μ’ όλα της τα καπρίτσια. Ήξερε πότε να την εκτιμά και πότε να κοντράρεται μαζί της. Έτσι και σήμερα, με κόντρα τον αέρα και το κύμα να λυσσομανά στο σκαρί της ΜΟΡΦΩΣ, πάλευε με τα ρεύματα του Κορινθιακού. Πότε κάλμα, πότε γκάζια, κρατώντας σφιχτά το τιμόνι, άλλοτε έσκιζε τα κύματα και άλλοτε πηδούσε πάνω τους σαν τον αντρειωμένο. Κάποτε μετά από ώρες, που προσπαθούσε να προσεγγίσει τη στεριά, φάνηκαν αμυδρά τα πρώτα σπίτια στον όρμο και  μετά από λίγο διέκρινε πλέον καθαρά το εκκλησάκι του Αι’ Νικόλα και πάρα δίπλα το μαγαζί του Κότσιακα. Του έμπορα της περιοχής που ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, και εξυπηρετούσε εκτός από τον μικρό οικισμό και τα γύρω χωριά. Ο αέρας είχε κοπάσει γιατί τον έκοβε η στεριά και η θάλασσα ήρεμη τον άφηνε με τη μηχανή στο ρελαντί να πιάσει να δέσει. Ο γέρο Κότσιακας παραξενεύτηκε με το που τον είδε και σαν να τον μάλωνε του είπε πως δεν τον περίμεναν με τέτοιο καιρό. Ο Στεφανής γελώντας τον πείραξε λέγοντας του:  –Τι μας πέρασες εμάς τους Μοραΐτες ότι είμαστε σαν του λόγου σας, που πιάνετε τα ριζοβούνια όταν αγριεύει η θάλασσα;                                                                                                                  Ο γέρο Κότσιακας χαμογέλασε και έπιασε να τον βοηθά να ξεφορτώσει και αφού του έβαλε ένα ποτήρι ρακί να στανιάρει, όπως συνήθιζαν, έκατσε να κάνει το λογαριασμό. Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι του γυρνώντας στο Στεφανή και του είπε: -Δεν πιστεύω να θες να γυρίσεις πίσω απόψε; Όπου νάναι νυχτώνει. Θα μείνεις εδώ, του ξέκοψε. Θα πω στην κυρά να σου στρώσει και αύριο με το καλό πρώτα ο Θεός,  Άγια Μέρα που ξημερώνει, γυρνάς πίσω.                                                                                                                                                                         

   Μπαίνει όμως το αγρίμι σε κλουβί; Τα είπαμε για την ξεροκεφαλιά του Στεφανή. Πριν καλά – καλά συμφωνήσουν τον λογαριασμό, ο Στεφανής άρχισε να φορτώνει απ’ το παγοψυγείο τα σφαχτά στην ψαρόβαρκα. Κοντοστάθηκε λίγο να ξανά μετρήσουν την τράμπα και δίνοντας το χέρι του θέλησε να τον χαιρετίσει. - Μισό λεπτό του λέει ο γέρο Κότσιακας και γύρισε βιαστικά στο βάθος του μαγαζιού. Φάνηκε μετά από λίγο μ’ ένα μπουκάλι τσίπουρο και σε μια καρό πετσέτα τυλιγμένα δυο κομμάτια τυρί  και λίγη κολοκυθόπιτα σπιτίσια όπως του είπε, για την επιστροφή. Ο Στεφανής τον ευχαρίστησε και αφού σκέπασε μ’ ένα καραβόπανο τα σφάγια να μην τα βρέξει η θάλασσα, ξεκίνησε με τη μηχανούλα του αποχαιρετώντας τον με το κούνημα του χεριού του. Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν ανοίχτηκε στη θάλασσα και η μόνη ζωντάνια στη σκοτεινιά της ήταν ο κτύπος απ’ τα κύματα. Ο Στεφανής έσφιξε πάνω του τη μουσαμαδιά να φυλαχτεί όσο μπορούσε απ’ την θάλασσα και τον αέρα και βολεύτηκε όσο γινόταν κρατώντας σταθερή την πορεία της . Υπολόγιζε με πρίμα τον καιρό που είχε τώρα, σε καμιά ώρα θα έβλεπε τον φωτεινό Σταυρό της Παναγίας της Τρυπητής, να ξεχωρίζει πάνω στο βράχο. Μετά όλα θα ήταν πιο εύκολα, με οδηγό το Άγιο Σύμβολο θα χάραζε τη ρότα τους.                                                                  

   Κόντευαν μεσάνυχτα όταν ένα απότομο τράνταγμα έκανε τον Στεφανή να τιναχτεί και να πιαστεί απ’ την κουπαστή για να μην πέσει. Δεν πρόλαβε να συνέλθει και πάλι ένα άγριο ξύσιμο στην καρίνα της βαρκούλας την έκανε ν’ ανασηκωθεί λες και βρήκε σε ξέρα. Ο Στεφανής σάστισε, καταμεσής της θάλασσας τι  στην ευχή ήταν αυτό, δεν μπορούσε να εξηγήσει τούτη τη παραξενιά. Έριξε μια ματιά ανήσυχος με το φακό του να δει αν έβαζε νερά το σκάφος και ησύχασε που όλα ήσαν εντάξει. Πάνω όμως που πήγε να καθίσει, άντε πάλι. Αυτή τη φορά σαν ν’ ακούμπησε κάτι στο πλάι της ΜΟΡΦΩΣ. Ο Στεφανής γύρισε το φακό του προς τα εκεί και τότε είδε ένα γκρίζο πράμα να ξεχωρίζει μέσα στα σκοτεινά νερά. Έλα Χριστέ μου τι είναι τούτο το παλιόπραμα μονολόγησε και αύξησε τα γκάζια μήπως του ξεφύγει. Αλίμονο το κύτος που ξεπερνούσε στο μήκος και τη βαρκούλα του όπως το έβλεπε να βγαίνει στην επιφάνεια, όχι μόνο τον προλάβαινε, αλλά έκοβε και βόλτες γύρω του. Η κατάσταση όλο και χειροτέρευε, ο Στεφανής πάλευε απ’ τη μια με τα κύματα να κρατήσει το ίσο της βάρκας του και απ’ την άλλη ν’ αποφεύγει με ελιγμούς τον σκούρο όγκο όταν τον διέκρινε να έρχεται κατ’ απάνω του. Κράτησε κάμποση ώρα αυτή η περιπέτεια και αφού πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα έβαλε κάτω τη λογική του να δώσει μια εξήγηση. Τι άλλο μπορεί να είναι σκέφτηκε εκτός από κάποιο καρχαρία που ακολούθησε τα ποντοπόρα πλοία και ξέμεινε στον Κορινθιακό. Προφανώς η δυνατή του όσφρηση μύρισε τα σφάγια που κουβαλάω και κόπιασε σαν μουσαφίρης.                                                                                                       

   Κάνοντας αυτές τις σκέψεις ηρέμησε κάπως έχοντας να κάνει με κάτι υπαρκτό και όχι με κάτι ανεξήγητο. Μέσα του, σαν να ξύπνησε το πείσμα του και το αντριλίκι του συχωρεμένου του Πατέρα του, άρχισε να ψάχνει τρόπους αντιμετώπισης του. Για μια στιγμή ανασηκώθηκε έδεσε την τιμονιέρα σταθερά και τραβώντας απ’ το θηκάρι τη φαλτσέτα για τα δολώματα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι απ’ τα σφαχτά και το πέταξε στη θάλασσα. Πριν καλά – καλά πέσει στο νερό το κύτος το άρπαξε στον αέρα. -Α, ώστε έτσι φιλαράκο, σου μύρισαν τα μανάρια κι’ ήλθες να κάνεις πλιάτσικο μουρμούρισε. Τώρα θα σου πω εγώ με ποιόν τα βάζεις και τράβηξε από την πλώρη τη μικρή άγκυρα της βάρκας. Έκοψε ένα κομμάτι κρέας και το κάρφωσε όσο πιο σφιχτά γινόταν στην άγκυρα, στη συνέχεια έδεσε το σχοινί στην κουπαστή και πέταξε την άγκυρα με το κρέας στη θάλασσα. Σε χρόνο μηδέν το κύτος κατάπιε το κρέας και την άγκυρα και άρχισε να τεντώνει το σκοινί με κίνδυνο να μπατάρει η βαρκούλα. Βλέποντας ο Στεφανής το κακό που πάει να του συμβεί, αρπάζει το σχοινί και τραβώντας το κάνει μια θηλιά από την άλλη μεριά της κουπαστής, προκειμένου να ισορροπήσει το σκάφος. Όμως η μανία του κύτους ξεπερνούσε τις αντιστάσεις της βαρκούλας που την παράσερνε σαν καρυδότσουφλο. Προς στιγμή ο Στεφανής σκέφτηκε να λύση το σκοινί και να απελευθερωθεί απ’ αυτό το κακό που τον βρήκε, ελπίζοντας ότι και το θεριό θα είχε κουραστεί και θα εγκατέλειπε.      

   Πέρασε κάποια ώρα αναποφάσιστος μέχρι που τα πόδια του κτύπησαν πάνω στους ντενεκέδες  που έδενε τα παραγάδια. Χωρίς χασομέρια έδεσε το σχοινί απ’ το παραγάδι και τα άφησε στο νερό. Ο καρχαρίας – ήταν σίγουρος πλέον ότι επρόκειτο για καρχαρία μετά από τόσο αγώνα μαζί του – σαν να ξαλάφρωσε κάπως από την αντίσταση της βάρκας, απομακρύνθηκε και χάθηκαν και οι ντενεκέδες μαζί του στο νερό. Σε λίγο φάνηκαν να γυαλίζουν οι ντενεκέδες πάλι στην επιφάνεια κάμποσα μέτρα μακριά, αλλά πριν προλάβει να στρίψει την πλώρη κατά κει, χάθηκαν πάλι στο βάθος της θάλασσας. Αυτό άρχισε να επαναλαμβάνεται αρκετές φορές και ο Στεφανής δεν έκανε τίποτα άλλο από το να ακολουθεί πεισματάρικα τους ντενεκέδες. – Που θα πας ρε τέρας ξεφώνιζε, θα σ’ ακολουθώ μέχρι να σκάσεις απ’ τα ζόρια σου ανέβα, κατέβα στο βυθό, ότι και να κάνεις οι ντενεκέδες θα σε τραβάνε πάλι πάνω. Την αγριεμένη θάλασσα ούτε που την υπολόγιζε πια, τα έδινε όλα στη μάχη του με το κύτος. Οι ώρες κυλούσαν γρήγορα σαν τον ιδρώτα στο μουσκεμένο κορμί του. Ούτε που κατάλαβε πότε ξημέρωσε, κοίταζε τους ντενεκέδες που με δυσκολία βυθίζονταν πλέον στο νερό, ώσπου τους είδε να επιπλέουν πάνω στο κύμα. Τότε αργά – αργά πλησίασε προς το μέρος τους και φάνηκε το τεράστιο ψάρι να επιπλέει στο πλάι εξουθενωμένο, λίγο πιο πέρα. Τράβηξε το σχοινί ανέβασε τους ντενεκέδες που τον σώσανε στη βάρκα και δένοντας τον κάβο της άγκυρας στην πρύμνη, έβαλε πλώρη για την παραλία τους.                                                                                                                   

   Στο μικρό ψαροχώρι ο Ιερέας ακολουθούμενος από τους χωριανούς κατέβαινε στην προκυμαία προκειμένου να τελεσθεί ο Αγιασμός των υδάτων. Στη μικρή προβλήτα είχε γίνει η ανάλογη προετοιμασία ώστε να είναι όλα έτοιμα. Η μικρή εξέδρα, τα προστατευτικά σχοινιά και τα παλικάρια που θα έπεφταν στο νερό να πιάσουν το Σταυρό. Στον Ιερέα είχε κινήσει την περιέργεια που δεν είδε στην εκκλησία την κυρ Αργυρώ και το γιό της τέτοια Μέρα. Όταν έφτασαν στην παραλία η αγωνία του κορυφώθηκε βλέποντας την μαυροφορεμένη Αργυρώ να ολοφύρεται κοιτώντας τη θάλασσα. Είχε μπει μέχρι τα γόνατα μέσα στο νερό και κτυπούσε τα χέρια της απελπισμένη. – Ε, Αργυρώ της φώναξε. Έλα ευλογημένη. Πιο πολύ για να της τραβήξει την προσοχή απ’ το κακό που έβαζε και ο ίδιος με το νου του. Η Αργυρώ ούτε που τον άκουσε, η ματιά της καρφωμένη στα βάθη της θάλασσας αναζητούσε ένα σημάδι, μια σταγόνα ελπίδας που θα τη λύτρωνε από τους μύχιους φόβους της. Στέκονταν εκεί αγνοώντας τα πάντα γύρω της, μαύρο ιστίο η φιγούρα της, που το παράσερνε ο βοριάς και τα αδυσώπητα κύματα. Κάποια στιγμή στα ξαφνικά   σταμάτησε να κουνά τα χέρια της και σαν να αφουγκραζόταν τον αέρα, έστριψε τη ματιά της προς τη μύτη απ’ τις αλυκές. Κάτι σαν μηχανή που αγκομαχούσε, κάτι σαν ψευδαίσθηση του ανέμου, ερχόταν κι’ έφευγε στα αυτιά της απροσδιόριστα ένας ήχος από μοτέρ. Σιγά – σιγά, σαν να ξεκαθάρισε ο αέρας και η βοή της θάλασσας, τινάχτηκε με μια λαχτάρα, ο γνώριμος θόρυβος από τη μηχανούλα της βαρκούλας τους,  ερχόταν σαν ψίθυρος σαν κελάιδισμα του αέρα που όλο δυνάμωνε και την έκανε να αναθαρρήσει.  Δυνάμωνε, κι’ όλο δυνάμωνε, γλυκόλαλη παρηγοριά το άκουσμά της, ώσπου φάνηκε η όμορφη σιλουέτα της να στρίβει προς τα’ απάνεμο λιμανάκι.                                                            

    Ο Ιερέας ήταν έτοιμος να ψάλει το «Εν Ιορδάνη…» όταν είδε τον Στεφανή να έρχεται προς την προβλήτα. Στη μικρή βαρκούλα ο Στεφανής έσβησε τη μηχανή και δένοντας το τιμόνι, την άφησε να γλιστρήσει προς την αμμουδιά. Την ώρα που ο Στεφανής πλησίαζε να περάσει από την προβλήτα ο Ιερέας ολοκληρώνοντας το «Εν Ιορδάνη…» εκσφενδόνισε το Σταυρό στη θάλασσα. Ο Στεφανής χωρίς να το πολυσκεφτεί ρίχνεται στο νερό, παρά την  κούραση του και με δυο απλωτές πιάνει το Σταυρό πριν προλάβουν τ’ άλλα παλικάρια. Τον κρατά για λίγο με λατρεία, μετά τον φιλά με ευλάβεια και πιάνοντας την άκρη από την εξέδρα μ’ ένα σάλτο ανεβαίνει να τον παραδώσει προσκυνώντας. Ύστερα γύρισε προς τη μεριά της μάνας του που μετέωρη δεν μπορούσε να πιστέψει αν το ζούσε στ’ αλήθεια, ή ήταν όνειρο, ενώ πνιγόταν στους λυγμούς και στα δάκρυα χαράς. Προχωρώντας προς το μέρος της, άνοιξε τα μπράτσα του την πήρε στην αγκαλιά του και σηκώνοντας την ψηλά, της φώναξε έτσι που να τον ακούσουν όλοι οι χωριανοί.                                                                                                                             

 -Τι φοβήθηκες ρε μάνα; Εγώ είμαι ο γιός του Ζόρικου, τι θα μπορούσε να μου συμβεί; Άλλωστε σήμερα είναι αγιασμένα τα νερά. Δεν το είπε και ο Παπάς «Αγιασμός των υδάτων»; Αγιασμένα Ύδατα ρε Μάνα. Όσο σκοτεινή κι’ αν είναι η θάλασσα τα ΦΩΤΑ, η Θεία Φώτιση είναι οδηγός μας, συμπλήρωσε με νόημα. Πάμε τώρα ν’ αλλάξω γιατί είμαι μούσκεμα και να γυρίσω να ξεφορτώσω. Γυρνώντας προς τους χωριανούς που τους κοιτούσαν σαστισμένοι τους φώναξε – Έϊ, που είστε; Ελάτε μετά να βάλτε ένα χεράκι να σύρουμε την απίστευτη «ΨΑΡΙΑ» έξω, που κουβαλά η ΜΟΡΦΩ μου με την άγκυρά της. Και ύστερα να την πάμε στου Καμποτά να κερνιόμαστε για μήνες…                                                   

Μαγκλάρας Βασίλης 15/2/2025                                                                                                                                   magklarasvas@yahoo. gr                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Το Προφίλ μας