Του Νίκου Αλιβιζάτου
Μετά από πολλά χρόνια, ο λαός μας δέχεται τόσο μεγάλο βάρος στις πλάτες του: καλούμαστε, με ένα «ναι» ή ένα «όχι», να κρίνουμε τόσο πολλά, όχι μόνο για μας, αλλά και για τις γενιές που θα έρθουν. Αυτό είναι και το πρώτο που πρέπει να συνυπολογίσουμε: παρά την εκβιαστική σχεδόν αμεσότητα της συγκυρίας, η απάντησή μας οφείλει να απαλλαγεί από τη φόρτιση (δικαιολογημένων σε μεγάλο βαθμό) συναισθημάτων για όσα μας έφεραν ως εδώ: να ξεφύγουμε από την απογοήτευση,
Μετά από πολλά χρόνια, ο λαός μας δέχεται τόσο μεγάλο βάρος στις πλάτες του: καλούμαστε, με ένα «ναι» ή ένα «όχι», να κρίνουμε τόσο πολλά, όχι μόνο για μας, αλλά και για τις γενιές που θα έρθουν. Αυτό είναι και το πρώτο που πρέπει να συνυπολογίσουμε: παρά την εκβιαστική σχεδόν αμεσότητα της συγκυρίας, η απάντησή μας οφείλει να απαλλαγεί από τη φόρτιση (δικαιολογημένων σε μεγάλο βαθμό) συναισθημάτων για όσα μας έφεραν ως εδώ: να ξεφύγουμε από την απογοήτευση,



































Τον
Ιανουάριο ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού πίστεψε ότι χωρίς να
υπάρχει πρόβλημα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας και χωρίς να
τίθεται σε αμφισβήτηση η βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης που είχε
επιτευχθεί χάρη στις θυσίες του της περιόδου 2010-2014, μπορεί να κάνει
μια επιλογή για τη διακυβέρνηση του τόπου με ριζοσπαστικά
χαρακτηριστικά.






