Του Ανδρέα Τσιφτσιάν. «Την Πατρίδα ‘μ έχασα».
- Την ασπάλισες την πόρτα γαρή μ’;
- Την ασπάλισα.
Αέτς εφεύαν, άφτωσαν τα καντήλια στα ταφία, φορτώθηκαν στην πλάτη δυο αμπάδες, παίραν την εικόνα της Παναΐας, τους κεμεντζέδες και έσυραν την στράταν για την προσφυγιά. Ούτε εγνώρτσαν πού ακριβώς δέβαιναν, ακεκά στην Ελλάδα.
- Θα ξαναγυρίσουμε έτσι ‘κι εν;
- Θα ξαναγυρίσουμε γαρή μ’, να περάσει λίγο η μπόρα και θα λαγκέψουμε πίσω πάλι.
Απόλεκαν πίσω τους θαμμένους και άταφτους. Οι υστερνοί ζωντανοί.
Άλλοι με αραμπάδες, άλλοι με παπόρια, άλλοι με τα ποδάρια.



















