Μικρόβαλτο. Μέσα δεκαετίας του 1950. Εποχή δύσκολη.
Φτώχεια, πείνα, δυστυχία κατακλύζει το Χωριό. Είναι ορατοί ακόμη οι
σωροί των ερειπίων και οι λίμνες των δακρύων και του αίματος, που άφησαν
πίσω τους τα ναζιστοειδή εκτρώματα της φύσης και ο αδελφοκτόνος
εμφύλιος.
Οι περισσότεροι
κάτοικοι είναι πυροπαθείς και συνεχίζουν να διαμένουν σε πρόχειρα
κατασκευασμένα και ακατάλληλα για κατοικία ισόγεια πέτρινα σπίτια.
Τσουχτερό κρύο το χειμώνα, ανυπόφορη ζέστη το καλοκαίρι. Τη δύσκολη αυτή
εποχή όλοι αντιμετωπίζουν δυσεπίλυτα προβλήματα. Τα λιγοστά χωράφια
στις πλαγιές, άγονα και άνυδρα, γεμάτα πέτρες και χαμόκλαδα,
καλλιεργούνται με το ησιόδειο ξύλινο άροτρο, αποδίδουν ελάχιστο καρπό
(σιτάρι, βρίζα, κριθάρι, βρόμη) και δεν επαρκούν για να θρέψουν την
οικογένεια μέχρι τη νέα σοδειά του επόμενου χρόνου. Την τροφή
συμπληρώνει και το λίγο καλαμπόκι, που σπέρνουν οι κάτοικοι στον κάμπο
και στις γύρω πλαγιές του Χωριού.


















